Κατάσχεση εις χείρας τετάρτου

Κατάσχεση εις χείρας τετάρτου 150 150 Γιώργος Κοπακάκης

 

Δεληκωστόπουλος Ιωάννης, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, Δικηγόρος στον Άρειο Πάγο

Κοπακάκης Γεώργιος, Δικηγόρος στον Άρειο Πάγο, LL.M University of London

Χρονικά Ιδιωτικού Δικαίου, τεύχος Απριλίου 2017, σελ. 248

Η μελέτη αυτή ασχολείται με τη δυνατότητα επιβολής κανονικής ή συντηρητικής κατάσχεσης στα χέρια τετάρτου, ως λυσιτελούς μηχανισμού ικανοποίησης ή εξασφάλισης επισφαλών απαιτήσεων. Αντιμετωπίζει τη δυνατότητα αυτή ως δικονομικά επιτρεπτό συνδυασμό δύο
ταυτοχρόνων κατασχέσεων στα χέρια τρίτου, μιας πλαγιαστικά ασκούμενης και μιας απλής. Εξετάζει το μηχανισμό της διττής αυτής κατάσχεσης, στο πλαίσιο της οποίας ο τέταρτος μετατρέπεται δικονομικά σε τρίτο, χρησιμοποιώντας ως υπόθεση εργασίας μια τετραμερή
σχέση διαδοχικών ενοχών. Τέλος, εξετάζει τη δυνατότητα επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης στα χέρια τρίτου στο πλαίσιο της διαιτητικής δίκης.

Ι. Αλυσιτελείς κατασχέσεις. Η αντιμετώπιση του προβλήματος μέσω της κατάσχεσης εις χείρας τετάρτου
Ο αυξημένος βαθμός αλυσιτελών κατασχέσεων εις χείρας των οφειλετών ή εις χείρας τρίτων αποτελεί μια πραγματικότητα. Εξωνομικοί
παράγοντες, όπως είναι η ανάγκη για επιβίωση των οφειλετών ιδίως σε εποχή οικονομικής κρίσης και η ανθρώπινη ιδιοτέλεια ανεξαρτήτως κρίσης, σε συνδυασμό με αμιγώς νομικές παραμέτρους, όπως το γεγονός ότι ενόψει ελλιπούς πληροφόρησης του δανειστή (1) ο εκάστοτε αφερέγγυος οφειλέτης με αφανή περιουσιακά στοιχεία εμφανίζεται στην καλύτερη των περιπτώσεων να είναι μόνο δικαιούχος απαιτήσεων, έχουν οδηγήσει στη μεγιστοποίηση του φαινομένου της καταδολίευσης των δανειστών (2). Ανεξαρτήτως των πτωχεύσεων (3), η καταδολίευση διογκώνεται ελλείψει άμεσης και λυσιτελούς ικανοποίησης των απαιτήσεων των κατασχόντων δανειστών εξαιτίας και των μεταβιβάσεων από τους οφειλέτες περιουσιακών στοιχείων τους σε τρίτα πρόσωπα με νομική αυτοτέλεια. Επί καταδολιευτικώς απαλλοτριωθέντος περιουσιακού στοιχείου, η επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης εμφανίζεται απρόσφορη (4). Και τούτο διότι εάν τα κατασχεθέντα δεν ανήκουν στον οφειλέτη, η συντηρητική κατάσχεση είναι άκυρη (5).
Σ’ αυτό το εισαγωγικό στάδιο της ανάλυσης χρήσιμο είναι ένα πρώτο παράδειγμα: ο Β είναι οφειλέτης του Α με βάση οριστική δικαστική απόφαση. Ο Β είναι επίσης μοναδικός ομόρρυθμος εταίρος της ετερόρρυθμης εταιρείας Γ. Ο Β δεν έχει εμφανή περιουσιακά στοιχεία, καθώς έχει μεταβιβάσει όλα του τα ακίνητα στην Γ, αλλά διατηρεί απαίτηση έναντι της εταιρείας Γ για μερίσματα από τα κέρδη της εταιρείας. Ενόψει της υφιστάμενης αντιδικίας ανάμεσα στον Α και στον Β και του γεγονότος ότι ο Α θα μπορούσε να κατασχέσει το δικαίωμα του Β να λάβει μέρισμα από την Γ, ή να συμμετάσχει στο προϊόν της εκκαθάρισης, η εταιρεία Γ μεταβιβάζει τα ακίνητά της στο τέκνο του Β, Δ. Η εταιρεία Γ διατηρεί αξίωση έναντι του τέκνου του Β, Δ για τα πιστωθέντα δυνάμει των πωλητηρίων συμβολαίων τιμήματα. Όπως γίνεται αντιληπτό, η σχέση που δημιουργείται δεν είναι πλέον τριγωνική, αλλά τετραμερής. Έννομη πάντως σχέση ανάμεσα στο δανειστή Α και στο τέκνο Δ δεν υφίσταται, ούτε υπάρχει άμεση έννομη σχέση μεταξύ του οφειλέτη Β και του τέκνου του Δ. Κατασχέσεις από τον Α εις χείρας του Β ή εις χείρας του τρίτου Γ, από μόνες τους, καταλήγουν εν τοις πράγμασι ατελέσφορες.
Για την αντιμετώπιση της αποτροπής του κινδύνου κατεξοχήν χρήσιμη εμφανίζεται μία όχι και τόσο μοντέρνα (6), εν μέρει ξεχασμένη, αλλά πάντως πραγματική δικονομική δυνατότητα που διαθέτει ο δανειστής: αυτή της κατάσχεσης εις χείρας τετάρτου. Εκ πρώτης όψεως, ο όρος προβληματίζει.
Ερωτάται: Υπάρχει κατάσχεση εις χείρας τετάρτου; Και αν υπάρχει, γιατί όχι κατάσχεση εις χείρας πέμπτου, έκτου και ούτω καθεξής; Διότι,
αντίθετα με την κατάσχεση εις χείρας τετάρτου, που αποτελεί νόμιμο τρόπο άμεσης και λυσιτελούς ικανοποίησης της απαιτήσεως του δανειστή και είναι διαχρονικά αποδεκτή, υπό προϋποθέσεις βέβαια, τόσο από τη θεωρία (7) όσο και από τη νομολογία8, κατάσχεση εις χείρας πέμπτου, έκτου κλπ δεν επιτρέπεται (9). Έτσι, ειδικά για την κατάσχεση εις χείρας τετάρτου, το θέμα ετίθετο ως εξής από τη θεωρία ήδη από το 1935: «δανειστής τις δύναται να κατάσχη εις χείρας τετάρτου προσώπου τα ποσά τα οφειλόμενα εις τον οφειλέτην του οφειλέτου του. Παράδειγμα: Ο Primus είναι δανειστής του Secundus, ο Secundus είναι δανειστής του Tertius και ο Tertius του Quartus (10). Στην πραγματικότητα, κατ’ επιτρεπτή απλούστευση, η κατάσχεση εις χείρας τετάρτου είναι δύο ταυτόχρονες κατασχέσεις εις χείρας τρίτου σ’ ένα ενδεχομένως κατασχετήριο: μία πρώτη πλαγιαστικώς ασκούμενη κατάσχεση εις χείρας τρίτου και, συγχρόνως, ταυτόχρονα, μία δεύτερη απλή κατάσχεση εις χείρας τρίτου, υπό την αίρεση ότι υπάρχει η πρώτη. Στην πρώτη κατάσχεση, ο κατασχών, ενεργώντας ως μη δικαιούχος διάδικος (11), ασκεί πλαγιαστικά τα δικαιώματα του οφειλέτη του,«κέκτηται την εξουσίαν» (12) προς επιβολή κατάσχεσης εις χείρας τρίτου. Στη δεύτερη κατάσχεση, που δεν είναι τίποτε περισσότερο από μία κλασσική, θα λέγαμε, κατάσχεση εις χείρας τρίτου, ο κατασχών ενεργεί πλέον εξ ιδίου δικαίου (13) για να εξασφαλισθεί έναντι της αφερεγγυότητας του οφειλέτη του και, πιθανώς, έναντι των κακόβουλων ενεργειών του οφειλέτη του, αλλά και του οφειλέτη του οφειλέτη του. Με αυτό τον τρόπο, με τις δύο δηλαδή ταυτόχρονες κατασχέσεις, η τετραμερής σχέση μετουσιώνεται, σύμφωνα και με την αρχή της οικονομίας της δίκης, σε δύο τριμερείς έννομες σχέσεις.

 

ΙΙ. Η ατελέσφορη πλαγιαστική αγωγή (14)
Δημιούργημα του γαλλικού δικαίου (‘action oblique’) (15), απόρροια του θεσμού του γενικού ενεχύρου των άρθρων 2092 επ. του γαλλικού ΑΚ16, η
πλαγιαστική αγωγή του άρθρου 72 ΚΠολΔ, θεσμός γνωστός στην Ελλάδα ήδη από την ΠολΔ του 1834 στο άρθρο 1025 εδάφιο 217, αποτελεί πιστή
σχεδόν μετάφραση του άρθρου 1166 του γαλλικού ΑΚ18. Σύμφωνα με τη θέση που κρατεί στην ελληνική δικονομική επιστήμη, ο πλαγιαστικώς
ενάγων, ο οποίος στρέφεται κατά του οφειλέτη του αδρανούντος οφειλέτη του, ενεργεί στη δίκη ως μη δικαιούχος (νομιμοποιούμενος) διάδικος (19).
Καίτοι δηλαδή δεν είναι δικαιούχος του επίδικου ουσιαστικού δικαιώματος –φορέας του επίδικου δικαιώματος εξακολουθεί να είναι ο οφειλέτης– ο ενάγων δανειστής νομιμοποιείται παράλληλα να ασκήσει την αγωγή20, «κέκτηται την εξουσίαν προς διεξαγωγήν της συγκεκριμένης δίκης» (21). Καθοριστικό στοιχείο, επομένως, της πλαγιαστικής αγωγής είναι η επίκληση της ιδιότητας του ενάγοντα ως δανειστή του δανειστή του πλαγιαστικώς εναγόμενου οφειλέτη και των δικαιωμάτων που έχει κατά του οφειλέτη ο αδρανών να ασκήσει αυτά δανειστής. Με άλλα λόγια, με την πλαγιαστική αγωγή διασφαλίζεται έμμεσα η απαίτηση του δανειστή που την ασκεί για την προάσπιση της περιουσίας του οφειλέτη, ο οποίος αδρανεί (22).
Συνεπώς, για να λειτουργήσει ο μηχανισμός της πλαγιαστικής αγωγής απαιτείται κατ’ αρχήν να υπάρχει η ιδιότητα του δανειστή (23), στη συνέχεια να προκύπτει αδράνεια του οφειλέτη και να γίνεται επίκληση, επί ποινή αοριστίας της αγωγής (24), της αδράνειας του οφειλέτη. Η δυνατότητα ικανοποίησης του δανειστή από το δικαίωμα του οφειλέτη και η αδράνεια του οφειλέτη θεμελιώνουν το έννομο συμφέρον του δανειστή για άσκηση της πλαγιαστικής αγωγής (25). Στα αυτοκινητικά ατυχήματα, για παράδειγμα, υπάρχει, μεταξύ άλλων, η δυνατότητα της άσκησης πλαγιαστικής αγωγής του παθόντος τρίτου κατά του ασφαλιστή. Μάλιστα, ως προς την ευθύνη του ασφαλιστή έναντι του ζημιωθέντος τρίτου, συνήθης δικηγορική πρακτική αποτελεί η σώρευση στο ίδιο δικόγραφο της ευθείας αγωγής κατά του υπόχρεου και της πλαγιαστικής αγωγής κατά του αλιστή. Η πρώτη αξίωση (παθόντος τρίτου κατά του υπόχρεου) έχει ως βάση την αδικοπραξία. Η δεύτερη αξίωση έχει ως βάση τη σύμβαση ασφάλισης (26), πηγή της είναι όμως η αδικοπραξία του ασφαλισμένου και την ασκεί ο παθών τρίτος, ζητώντας πλαγιαστικά έννομη προστασία και νομιμοποιούμενος ως μη δικαιούχος διάδικος (27). Αμφισβήτηση βέβαια υπάρχει, σε αυτή την κατηγορία περιπτώσεων, για το αν απαιτείται ως απαραίτητη προϋπόθεση για την έγερση της πλαγιαστικής αγωγής η προηγούμενη επίδοση στον ασφαλισμένο της ευθείας αγωγής του παθόντος τρίτου. Κατά μία θέση υποστηριζόμενη στη νομολογία28, όταν ο παθών τρίτος με το ίδιο δικόγραφο ασκεί ευθεία αγωγή κατά του υπόχρεου ασφαλισμένου και πλαγιαστική αγωγή κατά του ασφαλιστή, δεν προλαβαίνει να συντρέξει η κατά το νόμο προϋπόθεση της αδράνειας του οφειλέτη.
Σε μία τέτοια περίπτωση η πλαγιαστική αγωγή θεωρείται ότι ασκείται πρόωρα. Τούτο διότι δεν έχει γεννηθεί ακόμη αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή, ούτε έχει επακολουθήσει αδράνεια του ασφαλισμένου, που αποτελεί βασική προϋπόθεση για την άσκηση της πλαγιαστικής αγωγής.
Η νομολογία αυτή κάθε άλλο παρά στερείται δογματικής θεμελίωσης. Σύμφωνα όμως με άλλη νομολογιακή θέση –η οποία νομίζω ότι είναι κατ’
αποτέλεσμα ορθότερη και τείνει να επικρατήσει– και «η οποία θέλει να αποκλείσει την απόρριψη της πλαγιαστικής αγωγής λόγω πρόωρης, για την άνω αιτία, ασκήσεώς της» (29), γίνεται δεκτό ότι όταν υπάρχει σώρευση στο ίδιο δικόγραφο της ευθείας αξίωσης κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση και της πλαγιαστικής αγωγής κατά του ασφαλιστή, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το χρονικό σημείο επίδοσης της αγωγής στον υπόχρεο ασφαλισμένο.
Αρκεί η επίδοση του δικογράφου της αγωγής στον ασφαλισμένο να έχει γίνει κατά το χρόνο εκδίκασης των αγωγών στο δικαστήριο (30).
Σε κάθε περίπτωση πάντως, τόσο στο γαλλικό όσο και στο ελληνικό δίκαιο, πλαγιαστική αγωγή δε νοείται εάν ο πλαγιαστικώς ενάγων δεν έχει την
ιδιότητα του δανειστή έναντι του αδρανούντος τρίτου, δηλαδή του δικαιούχου της απαίτησης (31). Αυτός είναι και ο πυρήνας του μηχανισμού της
πλαγιαστικής αγωγής, που αποτελεί, εν τέλει, δικονομική «εξαίρεση από τη σχετική ενέργεια κάθε ενοχής» (32). Ειδικότερα, στο γαλλικό δίκαιο η
απαίτηση πρέπει να είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη, χωρίς να απαιτείται ο δανειστής να διαθέτει εκτελεστό τίτλο (33). Στο ελληνικό δίκαιο πάντως (άρθρο 72 ΚΠολΔ), «οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν δικαστική προστασία ασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτη τους εφόσον εκείνος δεν τα ασκεί […]».
Αντίθετα όμως με την πλαγιαστική αγωγή που έχει ούτως ή άλλως μειωμένη πρακτική εφαρμογή (34) έναντι της κατασχέσεως εις χείρας τρίτου αυτής καθ’ εαυτήν, αφού προαπαιτεί, θεωρητικώς έστω, αδράνεια του οφειλέτη, την ίδια στιγμή που έχει ως αίτημα την καταδίκη του τρίτου σε παροχή προς τον οφειλέτη του ενάγοντα δανειστή (35) διασφαλίζοντας έτσι μόνο έμμεσα την απαίτηση του δανειστή που την ασκεί για την προάσπιση της περιουσίας του αδρανούντος οφειλέτη, επί αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας τετάρτου, που θεμελιώνεται επίσης στο άρθρο 72 ΚΠολΔ, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στην πρώτη από τις δύο κατασχέσεις, δηλαδή την πλαγιαστικά ασκηθείσα κατάσχεση εις χείρας τρίτου, επέρχεται τελικά διά μέσου της δεύτερης ταυτόχρονης κατάσχεσης στέρηση του δικαιώματος της διαθέσεως του οφειλέτη. Με τη δεύτερη ταυτόχρονη κατάσχεση που δεν είναι τίποτε περισσότερο, όπως ελέχθη, από μία κλασσική κατάσχεση εις χείρας τρίτου, ο κατασχών ενεργεί πλέον εξ ιδίου δικαίου για να εξασφαλισθεί έναντι της αφερεγγυότητας του οφειλέτη του και, πιθανώς, έναντι των κακόβουλων ενεργειών του οφειλέτη του, αλλά και του οφειλέτη του οφειλέτη του. Με άλλες λέξεις, το κατ’ αρχήν αργόσυρτο και ατελέσφορο άρθρο 72 ΚΠολΔ είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί δραστικά για την κίνηση της διαδικασίας της κατασχέσεως εις χείρας τρίτου (36), που είναι στην πραγματικότητα κατάσχεση εις χείρας τετάρτου. Ο οφειλέτης στερείται του δικαιώματος της διαθέσεως διότι, κατ’ άρθρο 984 παρ. 1 ΚΠολΔ, «απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ του κατασχόντος η διάθεση του κατασχεμένου από εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση».
Σ’ αυτό το σημείο της ανάλυσης και πριν υπεισέλθουμε στο μηχανισμό αυτό καθ’ εαυτό της κατάσχεσης εις χείρας τετάρτου αναγκαία είναι η
ακόλουθη διευκρίνιση: άλλη είναι, προφανώς, η συντηρητική κατάσχεση εις χείρας τετάρτου και άλλη η αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας
τετάρτου. Η αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας τετάρτου απαιτεί την ύπαρξη δύο εκτελεστών τίτλων του άρθρου 904 ΚΠολΔ: έναν εκτελεστό τίτλο του δανειστή Α κατά του οφειλέτη Β και έναν άλλο εκτελεστό τίτλο του Β κατά του Γ (37). Η συντηρητική κατάσχεση εις χείρας τετάρτου απαιτεί τη συνδρομή επικείμενου κινδύνου και προϋποθέτει την έκδοση δικαστικής απόφασης ασφαλιστικών μέτρων (άρθρο 707 ΚΠολΔ) ή, ενδεχομένως -αλλά αυτά ερευνώνται- την έκδοση διαταγής πληρωμής ή, πλέον, την έκδοση οριστικής μόνο δικαστικής απόφασης, κατ’ άρθρο 724 ΚΠολΔ.

ΙΙΙ. Ο μηχανισμός της κατάσχεσης εις χείρας τετάρτου
Το αντικείμενο της κατάσχεσης εις χείρας τετάρτου δεν αποτελεί πραγματικό πρόβλημα. Με την έννοια ότι αντικείμενο της κατάσχεσης εις χείρας τετάρτου μπορεί να αποτελέσει οτιδήποτε αποτελεί αντικείμενο της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου. Αμφισβήτηση όμως δύναται να δημιουργηθεί ως προς το μηχανισμό της κατάσχεσης εις χείρας τετάρτου. Κατ’ αρχάς, ζήτημα γεννάται ως προς το αν μπορεί να διενεργηθεί συντηρητική κατάσχεση εις χείρας τετάρτου με βάση οριστική απόφαση, κατ’ εφαρμογή της καινούργιας εν μέρει ρύθμισης του άρθρου 724 ΚΠολΔ. Υπενθυμίζεται σχετικά ότι, όπως προκύπτει από το Ν. 4335/2015, ο δανειστής μπορεί πλέον με βάση μόνο οριστική απόφαση να ζητήσει εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και να επιβάλλει συντηρητική κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη ή τρίτου για το ποσό που επιδικάζεται με την απόφαση. Για την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης με βάση οριστική δικαστική απόφαση εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις των άρθρων 711 επ. ΚΠολΔ, με τη διαφορά –και αυτό δεν είναι αμελητέο– ότι «αντί για την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, εκτελείται και επιδίδεται η οριστική απόφαση» (38) (ό,τι δηλαδή ίσχυε για τη διαταγή πληρωμής πριν από το Ν. 4335/2015). Ερωτάται: μπορεί ο δανειστής (Α), του οποίου η απαίτηση μόνο κατά του Β είναι ήδη εξοπλισμένη με οριστική απόφαση, να επιβάλλει συντηρητική κατάσχεση εις χείρας τετάρτου (Δ) με βάση οριστική δικαστική απόφαση κατ’ άρθρο 724 ΚΠολΔ ή οφείλει να ασκήσει αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και κατά του Γ βάσει του άρθρου 707 ΚΠολΔ; Κατά τη γνώμη μας, ο δανειστής που επιδιώκει να εγγράψει τη θεωρητικώς λιγότερο επαχθή (αλλά πάντως εξασφαλιστική) (39) προσημείωση υποθήκης σε ακίνητο του Δ ή να κατάσχει συντηρητικά και εις χείρας τετάρτου (Δ) τα χρηματικά ποσά τα οποία οφείλονται στον οφειλέτη του οφειλέτη του, απαιτείται να ασκήσει πλαγιαστικά αντίστοιχη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά του Γ προς εξασφάλιση της απαίτησης του Β και, στη συνέχεια, αφού πετύχει την έκδοση της σχετικής απόφασης που θα διατάζει την προσημείωση υποθήκης ή τη συντηρητική κατάσχεση σε βάρος του Γ, να ασκήσει πλαγιαστικά αγωγή κατά του Γ εντός της νόμιμης προθεσμίας του άρθρου 715 παρ. 5 ΚΠολΔ. Αυτή είναι η πιο ασφαλής νομικά οδός, μεταξύ άλλων έναντι των υποθηκοφυλάκων (ως προς την προσημείωση υποθήκης)40, αλλά και η μόνη που εξασφαλίζει τα δικαιώματα των εκάστοτε τρίτων και τέταρτων (41). Παρόλο δηλαδή που δεν απαιτείται (χωρίς να αποκλείεται εκ προοιμίου) (42), κατά την άποψή μας, ανακοίνωση δίκης από τον αιτούντα (43) για τη διάταξη του σχετικού ασφαλιστικού μέτρου του άρθρου 707 ΚΠολΔ, ούτε είναι επιβεβλημένο εξ επόψεως παραδεκτού η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων να στρέφεται κατά του τετάρτου, απαραίτητη εμφανίζεται η υποβολή αίτησης ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου τουλάχιστον κατά του Γ. Η απόφαση αυτή των ασφαλιστικών μέτρων είναι που θα τύχει στη συνέχεια της διπλής επίδοσης προς τον τέταρτο Δ, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 712 ΚΠολΔ. Ο μηχανισμός της κατάσχεσης εις χείρας τετάρτου έχει ως εξής: Ο Δ οφείλει στον Γ. Ο Γ οφείλει στον Β. Ο Β οφείλει στον Α. Ο Α, μέσω της πρώτης κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, την οποία ασκεί πλαγιαστικά για λογαριασμό του Β, ενεργώντας ως μη δικαιούχος διάδικος, δημιουργεί μία υποχρέωση του Δ, δηλαδή του τρίτου ως προς τον Β, να καταβάλει στον Β αντί του Γ. Η πρώτη όμως αυτή κατάσχεση που καταλήγει να γίνει στα χέρια τετάρτου (44) (Δ) δεν αρκεί, αφού αυτή διακωλύει τη διάθεση μόνο της απαίτησης του τρίτου (Γ) προς τον τέταρτο (Δ), η οποία και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης (45). Πράγματι, όπως επισημαίνεται (46), ελλείψει δεύτερης ταυτόχρονης χρονικά κατάσχεσης, δεν αποκλείεται η διάθεση να λάβει χώρα αμέσως μετά την επιβολή της πρώτης κατάσχεσης εις χείρας του Δ. Τούτο διότι η εφαρμογή του άρθρου 72 ΚΠολΔ εμποδίζει μόνο τη διάθεση της απαίτησης Γ έναντι Δ και μόνο χάριν του Β, χωρίς να μεταβιβάζει την απαίτηση του οφειλέτη Β στο δανειστή Α (47) ή, έστω, να εμποδίζει τη διάθεσή της από τον Β. Όμως, η πρώτη αυτή κατάσχεση που δημιουργεί την υποχρέωση του Δ, δηλαδή του τρίτου ως προς τον Β, να καταβάλει βάσει του άρθρου ΚΠολΔ 988 στον Β, δημιουργεί και μία καινούργια άμεση έννομη σχέση μεταξύ Β και Δ. Σ’ αυτή πλέον τη σχέση ο Δ είναι δεύτερος ως προς τον Β και οφειλέτης του. Γίνεται έτσι τρίτος και όχι τέταρτος ως προς τον Α. Συνεπώς, ο Α προβαίνει σε δεύτερη ταυτόχρονη κατάσχεση εις χείρας τρίτου, ενεργώντας αυτή τη φορά στο όνομά του και όχι πλαγιαστικά. Στη δεύτερη αυτή κατάσχεση που κινεί ο Α, αυτός κατάσχει στα χέρια του Δ την απαίτηση που απέκτησε προηγουμένως εναντίον του, κατά τα αμέσως ανωτέρω, ο Β. Πρόκειται για δύο ταυτόχρονες κατασχέσεις σ’ ένα ενδεχομένως κατασχετήριο: μία πρώτη πλαγιαστικώς ασκούμενη κατάσχεση εις χείρας τρίτου και, συγχρόνως, μία δεύτερη απλή κατάσχεση εις χείρας τρίτου, υπό την αίρεση ότι υπάρχει η πρώτη. Στην πρώτη κατάσχεση, ο κατασχών Α, ενεργώντας ως μη δικαιούχος διάδικος (48), ασκεί τα δικαιώματα του οφειλέτη του Β. Στη δεύτερη κατάσχεση, που δεν είναι τίποτε περισσότερο –το επαναλαμβάνουμε– από μία κλασσική κατάσχεση εις χείρας τρίτου, ο κατασχών Α ενεργεί πλέον εξ ιδίου δικαίου (49). Στην κατάσχεση εις χείρας τετάρτου δεν υπάρχει πρόβλημα πολλαπλών κατασχέσεων (υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχουν δύο ή περισσότεροι δανειστές), ούτε ζήτημα αδράνειας του οφειλέτη γεννάται. Στη συντηρητική κατάσχεση εις χείρας τετάρτου πάντως, απαιτείται συνδρομή επικείμενου κινδύνου, δηλαδή, στην πραγματικότητα, διαρκώς μειούμενη περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη Β. Απλώς ενδεχόμενη απαίτηση καλύπτεται εδώ, αν και το αποτέλεσμα εξαρτάται, θεωρούμε, από την επιτυχή έκβαση της πρώτης κατάσχεσης (εις χείρας τετάρτου). Αυτή είναι η κρίσιμη νομικά. Για να εξασφαλισθεί όμως ο δανειστής Α πρέπει να γίνει και η δεύτερη κατάσχεση (εις χείρας τρίτου). Διαφορετικά, η απαίτηση μένει έωλη. Αν εφαρμόσουμε όλα τα παραπάνω στην αρχική υπόθεση εργασίας, η προβληματική μορφοποιείται δικονομικά ως εξής: ο Α, δανειστής του Β που είναι και ο μοναδικός ομόρρυθμος εταίρος της ετερόρρυθμης εταιρείας Γ και η οποία έχει μεταβιβάσει τα ακίνητά της στο τέκνο του Β Δ, στρέφεται κατά περίπτωση με πλαγιαστική αγωγή ή με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά των Β και Γ ζητώντας να αποκτήσει τίτλο που θα του δίνει το δικαίωμα να κατάσχει για λογαριασμό του Β αναγκαστικά ή συντηρητικά κατά περίπτωση την περιουσία του Γ, στην οποία περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων και η απαίτηση του Γ κατά του Δ, προκειμένου κατά περίπτωση να ικανοποιηθεί ή να εξασφαλισθεί η αξίωση του Β κατά του Γ. Ο Α δεν απαιτείται να ανακοινώσει τη δίκη στον Δ, ούτε χρειάζεται να στραφεί και κατά του Δ, ούτε και νομιμοποιείται, νομίζουμε, ενεργητικά να το πράξει. Ο Α, αμέσως μόλις αποκτήσει τον τίτλο αυτό, ενεργώντας ως μη δικαιούχος διάδικος, ασκεί πλαγιαστικά την πρώτη αναγκαστική ή συντηρητική κατάσχεση (εις χείρας τρίτου) για λογαριασμό του Β, δημιουργώντας έτσι μία υποχρέωση του Δ, δηλαδή του τρίτου ως προς τον Β, να καταβάλει στον Β. Η πρώτη αυτή κατάσχεση καταλήγει να γίνει στα χέρια τετάρτου, ως προς τον Α, Δ. Ταυτόχρονα ο Α προβαίνει σε δεύτερη κατάσχεση εις χείρας τρίτου, ενεργώντας στο όνομά του και όχι πλέον πλαγιαστικά. Στη δεύτερη αυτή κατάσχεση που κινεί ο Α, αυτός κατάσχει στα χέρια του Δ την απαίτηση που απέκτησε έναντι του Δ ο Β. Πρόκειται για δύο κατασχέσεις που γίνονται συγχρόνως. Πιο συγκεκριμένα, ο δανειστής Α ζητάει πλαγιαστικά και προς ικανοποίηση ή διασφάλιση της απαίτησης που έχει ο Β έναντι της εταιρείας Γ να λάβει μέρισμα από τα κέρδη ή το προϊόν διανομής αυτής, να διαταχθεί η συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας της Γ, στην οποία περιλαμβάνονται και οι αξιώσεις της τελευταίας έναντι του Δ δυνάμει των πωλητηρίων συμβολαίων των ακινήτων. Έχοντας επιτύχει την έκδοση του σχετικού τίτλου, κατάσχει για λογαριασμό του Β την απαίτηση της Γ στα χέρια του Δ. Ο Δ πλέον υποχρεούται να καταβάλει στον Β. Ταυτόχρονα όμως ο Α, ως δανειστής του Β, κατάσχει την οφειλή αυτή στα χέρια του Δ και απαιτεί να την καταβάλει ο Δ, όχι πλέον στον Β, αλλά απ’ ευθείας στον ίδιο τον Α.

ΙV. Συντηρητική κατάσχεση εις χείρας τετάρτου και ρήτρα διαιτησίας
Κατ’ άρθρο 715 παρ. 5 ΚΠολΔ, «μέσα σε τριάντα ημέρες από την επίδοση στον οφειλέτη του εγγράφου για την κατάσχεση ο δανειστής οφείλει να ασκήσει εναντίον του αγωγή για την κύρια απαίτηση, που να απευθύνεται στο καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο. Αν περάσει άπρακτη η προθεσμία αυτή, αίρεται αυτοδικαίως το ασφαλιστικό μέτρο. Δεν απαιτείται να ασκηθεί αγωγή, αν έχει ήδη ασκηθεί η αγωγή για την κύρια απαίτηση ή η συντηρητική κατάσχεση έγινε με βάση διαταγή πληρωμής ή αν επιδοθεί διαταγή πληρωμής μέσα στην παραπάνω προθεσμία». Περαιτέρω, κατ’ άρθρο 889 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν διατάχθηκε ασφαλιστικό μέτρο από το αρμόδιο δικαστήριο και ορίστηκε προθεσμία για την άσκηση αγωγής ή, μεταξύ άλλων, συντρέχει περίπτωση να εφαρμοστεί το άρθρο 715 παρ. 5 ΚΠολΔ, ο αιτών είναι υποχρεωμένος να προκαλέσει την έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία (50). Όπως επισημαίνεται στη θεωρία (51), το ασφαλιστικό μέτρο της συντηρητικής κατάσχεσης συνεπάγεται σοβαρή επιβάρυνση για την περιουσία του οφειλέτη, μιας και συνέπεια της κατάσχεσης είναι, κατ’ άρθρο 715 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ακυρότητα της διάθεσης των πραγμάτων που κατασχέθηκαν. Συνεπώς, αν ο δανειστής δεν ασκήσει αγωγή για την κύρια απαίτησή του ενώπιον των πολιτειακών δικαστηρίων ή αν δεν κινήσει τη διαδικασία ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου μέσα σε τριάντα ημέρες από την επίδοση στον οφειλέτη του εγγράφου για την κατάσχεση, τότε το ασφαλιστικό μέτρο αίρεται αυτοδικαίως (52). Δεν απαιτείται νέα δικαστική απόφαση. Επομένως, τυχόν αίτηση για ανάκληση της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων απορρίπτεται ελλείψει εννόμου συμφέροντος (53). Ό,τι ισχύει, κατά πάγια θέση, για τη συντηρητική κατάσχεση και τη διαιτησία, ισχύει, θεωρούμε, για τη συντηρητική κατάσχεση εις χείρας τετάρτου. Ζήτημα γεννάται, σ’ ένα βαθμό, ως προς τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων εάν έχει συνομολογηθεί ρήτρα διαιτησίας. Στην Ελλάδα, είτε πρόκειται για ημεδαπή διαιτησία, είτε πρόκειται για διεθνή εμπορική διαιτησία του Ν. 2735/1999, τα ελληνικά δικαστήρια έχουν πάντα την εξουσία να διατάξουν ασφαλιστικά μέτρα ακόμη και όταν η κύρια διαφορά έχει υπαχθεί σε διαιτησία. Μόνο που στην πρώτη εκ των ανωτέρω περιπτώσεων, ήτοι επί ημεδαπής διαιτησίας, αντίθετα απ’ ό,τι ισχύει πλέον στα περισσότερα αλλοδαπά δίκαια (54), σύμφωνα με κανόνα αναγκαστικού δικαίου55, δεν ισχύει συμφωνία διαιτησίας σε υποθέσεις που αφορούν ασφαλιστικά μέτρα (άρθρο 685 ΚΠολΔ), ενώ, κατ’ άρθρο 889 παρ. 1 ΚΠολΔ, «οι διαιτητές δεν μπορούν να διατάζουν, να μεταρρυθμίζουν ή να ανακαλούν ασφαλιστικά μέτρα». Δηλαδή, αποκλειστικά στην εσωτερική διαιτησία (56), «επικείμενης ή αρξαμένης και εκκρεμούσης της διαιτητικής διαδικασίας» (57), εξακολουθεί να υφίσταται η αρμοδιότητα των τακτικών δικαστηρίων (58). Εάν οι διαιτητές παρά ταύτα εκδώσουν απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, αυτή δεν επιφέρει νόμιμες συνέπειες, είναι ανύπαρκτη (59). Αντίθετα, επί διεθνούς εμπορικής διαιτησίας που λαμβάνει χώρα στην Ελλάδα, κατ’ εφαρμογή του Ν. 2735/1999 (60), υφίσταται, κατά κρατούσα θέση στην επιστήμη (61) και στη νομολογία (62), παράλληλη δικαιοδοσία τόσο των πολιτειακών δικαστηρίων, όσο και του διαιτητικού δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, κατ’ άρθρο 17 παρ. 1 του Ν. 2735/1999, αν τα μέρη δεν συμφώνησαν διαφορετικά, υπάρχει εξουσία του διαιτητικού δικαστηρίου, με αίτημα ενός μέρους, να διατάσσει «τα ασφαλιστικά μέτρα που θεωρεί αναγκαία σχετικά με το αντικείμενο της διαφοράς». Εξάλλου, κατ’ άρθρο 9 του Ν. 2735/1999, διατηρείται η εξουσία των πολιτειακών δικαστηρίων να διατάζουν «ασφαλιστικά μέτρα σχετικά με το αντικείμενο της διαιτησίας πριν ή μετά την έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας». Ειδικά για τα ασφαλιστικά μέτρα που απευθύνονται κατά τρίτου ή τετάρτου, αυτά δεν μπορούν να ληφθούν από το διαιτητικό δικαστήριο (63). Μπορούν όμως να ληφθούν από τα αρμόδια πολιτειακά δικαστήρια. Κατεξοχήν τέτοιο μέτρο είναι η επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης εις χείρας τετάρτου παρά τη ρήτρα διαιτησίας που έχει συνομολογηθεί. Αν ο δανειστής δεν κινήσει τη διαδικασία ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου μέσα σε τριάντα ημέρες από την επίδοση στον οφειλέτη του εγγράφου για την κατάσχεση, τότε το ασφαλιστικό μέτρο αίρεται αυτοδικαίως. Διαφορετικά, ο τέταρτος έχει τη δυνατότητα να ζητήσει από το πολιτειακό δικαστήριο την ανάκληση ή τη μεταρρύθμιση της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 696 παρ. 1 ΚΠολΔ. Θα πρέπει όμως να δικαιολογεί έννομο συμφέρον, ήτοι εν προκειμένω ουσιαστικό δικαίωμα υπέρτερο ή έστω ισοδύναμο με εκείνο που εξασφαλίσθηκε προσωρινά με το διαταχθέν ασφαλιστικό μέτρο. Η επίκληση μόνο βλάβης, από μόνη της, δεν αρκεί.

1. Για μία σύνοψη των περιπτώσεων στις οποίες τα έγγραφα είναι ανεπίδεκτα επιδείξεως στις ιδιωτικές διαφορές στην ελληνική έννομη τάξη βλ. Ι. Δεληκωστόπουλο, Η αναζήτηση της αλήθειας στην πολιτική δίκη, 2016, σ. 185188. Το ζήτημα της επίδειξης εγγράφων είναι βέβαια ένα μέρος μόνο της προβληματικής σχετικά με την ελλιπή πληροφόρηση του δανειστή.

2. Για την έννοια της καταδολίευσης δανειστών από την πλούσια βιβλιογραφία βλ. ενδεικτικά Μ. Αυγουστιανάκη, Η διάρρηξη της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης, 1991· Απ. Γεωργιάδη, Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό μέρος, 2η έκδοση, 2015, σ. 767 επ. Από την πρόσφατη βιβλιογραφία βλ. Ι. Σπυριδάκη, Η κατάσταση καταδολιεύσεως, ΕφΑΔ 2016, 999 επ. Για τα αποτελέσματα της παυλιανής διάρρηξης ειδικά βλ. Στ. Ματθία, ΕλλΔνη 1989, 1273 επ.

3. Για ένα πρόσφατο ενδιαφέρον νομολογιακό παράδειγμα μεταβίβασης από τον μετέπειτα πτωχό σε τρίτο προς καταδολίευση των δανειστών του πριν από την ύποπτη περίοδο και απόρριψης της αίτησης για εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ελλείψει πιθανολόγησης επικείμενου κινδύνου ή επείγουσας περίπτωσης όπως και ευδοκίμησης της αγωγής διάρρηξης βλ. ΜΠρΘεσ 4012/2014 [Μ. Κουκουδέα] Αρμ 2015, 91 επ., με παρατηρήσεις Χ. Ευθυμίου, 9699.

4. Λ. Πίψου, Δικαστική μεσεγγύηση, 2010, σ. 65.

5. Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (Κράνης), Ερμηνεία ΙΙ, 2000, άρθρο 707, αριθ. 2.

6. Η συντηρητική κατάσχεση εις χείρας τετάρτου πηγάζει στη νομολογιακή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1025 παρ. 2 της Πολιτικής Δικονομίας του Maurer. Έτσι, Π. ΓέσιουΦαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως. Ειδικό μέρος ΙΙ, 2001, σ. 694695.

7. Βλ. Ι. Μπρίνια, Αναγκαστική Εκτέλεσις, Τόμος τρίτος, Β’ έκδοσις, 1980, σ. 1245 επ.· ΓέσιουΦαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, ό.π., σ. 693 επ.· Ν. Νίκα, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως. Ειδικό μέρος ΙΙ, 2012, σ. 617. \

8. Βλ. ΜΠρΕυρ 46/1971 [Ε. Σούσουλας] Δ 1972, 297 επ., με παρατηρήσεις Παπακαρυά, Μπρίνια και Μπέη, σ. 300 επ.· ΜΠρΑθ 6043/1994 [Δ. Καπετσώνης] ΤΝΠ ΔΣΑ.

9. ΓέσιουΦαλτσή, ό.π., σ. 695.

10. Γ. Ράμμος, σε Glasson/Tissier/Morel, V, 1935, σ. 316.

11. Μπρίνιας, Αναγκαστική Εκτέλεσις, Τόμος τρίτος, ό.π., σ. 1253.

12. Στ. Δεληκωστόπουλος/Λ. Σινανιώτης, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Α’, 1968, σ. 213.

13. Μπρίνιας, ό.π., σ. 1255.

14. Βλ. Ι. Δεληκωστόπουλο, ΕλλΔνη 2014, 1612 επ. = Τιμητικός τόμος Ν. Κλαμαρή, 2016, σ. 101 επ.

15. Κατ’ άρθρο 1166 του γαλλικού Αστικού Κώδικα, «néanmoins, les créanciers peuvent exercer tous les droits et actions de leur débiteur, à l’exception de ceux qui sont exclusivement attachés à la personne». Πρόκειται για τη μόνη διάταξη στο γαλλικό ΑΚ που αναφέρεται στην πλαγιαστική αγωγή. Κατά τα λοιπά, στο ισχύον γαλλικό δίκαιο η “action oblique” είναι δημιούργημα της νομολογίας. Έτσι, F. Terré/Ph. Simler/Y. Lequette, Droit civil. Les obligations, 11ème édition, Dalloz 2013, p. 1195. Όπως επισημαίνεται, «le Code civil étant muet sur le régime de l’action oblique – l’article 1166 précité est le seul texte évoquant cette action – la jurisprudence a progressivement élaboré et adapté les conditions de sa mise en oeuvre». Βλ. και J. Carbonnier, Droit civil, Tome 4, Les obligations, 16ème édition, PUF 1992, p. 6513· Ch. Larroumet, Droit civil, Tome III, 2ème édition, Economica 1990, p. 523.

16. Βλ. Λ. Κιτσαρά, Η πλαγιαστική άσκηση των δικαιωμάτων, 2007, σ. 5. 17. Βλ. Κ. Καλαβρό, Παρατηρήσεις τινές εξ αφορμής της πλαγιαστικής αγωγής, Δ 1977, 474· Κ. Μακρίδου, Οι σχέσεις δανειστή και οφειλέτη στην πλαγιαστική αγωγή, ΕλλΔνη 1983, 1172.

18. Έτσι, Σινανιώτης, Η νομιμοποίησης των διαδίκων εν τη πολιτική δίκη, 1965, σ. 231· Μακρίδου, ΕλλΔνη 1983, 1173.

19. Έτσι, Ράμμος, Στοιχεία Ελληνικής Πολιτικής Δικονομίας, E΄ έκδοσις, 1961, σ. 193 και υποσημείωση 1β· Δεληκωστόπουλος/Σινανιώτης, Ερμηνεία Α΄, ό.π., σ. 213· Καλαβρός, Δ 1977, 483· Μακρίδου, ΕλλΔνη 1983, ιδίως 1175· Στ. Κουσούλης, Η κύρια παρέμβαση στην πολιτική δίκη, 1987, σ. 257· Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, Ερμηνεία Ι, 2000, άρθρο 72, αριθ. 3· Κιτσαράς, ό.π., σ. 89· Ν. Κλαμαρής/Στ. Κουσούλης/Στ. Πανταζόπουλος, Πολιτική Δικονομία, 2012, σ. 339· Μ. Μαργαρίτης/Α. Μαργαρίτη, Ερμηνεία Ι, 2012, άρθρο 72, αριθ. 5 και άρθρο 325, αριθ. 8.

20. Έτσι, Καλαβρός, Δ 1977, 488489. Βλ. και Κουσούλη, Η κύρια παρέμβαση στην πολιτική δίκη, σ. 257.

21. Δεληκωστόπουλος/Σινανιώτης, Ερμηνεία Α΄, σ. 213.

22. Έτσι, ΑΠ 369/2011 [Εισηγητής Ν. Λεοντής] ΝοΒ 2011, 2151.

23. Βλ. ενδεικτικά ΕφΑθ 1589/1999 [Εισηγητής Ζ. Κώττας] ΕλλΔνη 2000, 176 επ., ιδίως 179.

24. Από την πρόσφατη νομολογία βλ. π.χ. ΜΠρΘεσ 2005/2016 [Ι. Ελευθεριάδης] ΕλλΔνη 2016, 1702 επ., με παρατηρήσεις Α. Πλεύρη, 1703 επ.

25. Δεληκωστόπουλος/Σινανιώτης, ό.π., σ. 212· Γ. Μητσόπουλος/Κ. Κεραμεύς, ΕλλΔνη 1983, 13.

26. Βλ. Αθ. Κρητικό, Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα, 2008, σ. 622.

27. Πάγια νομολογία. Βλ. π.χ. ΑΠ 235/2010 [Εισηγήτρια Γ. Λαλούση] ΕφΑΔ 2010, 828.

28. Βλ. ενδεικτικά ΕφΑθ 2152/1990 Δ 1991, 125 επ., με σύμφωνες παρατηρήσεις Κρητικού, 127 επ., 128· ΕφΑθ 7854/2001 [Εισηγήτρια Ε. Τσελεχοβίτου] ΕλλΔνη 2002, 171 επ.· ΕφΑθ 4959/2001 [Εισηγητής Χ. Αθανασίου]· ΑΠ 798/2012 [Εισηγητής Π. Ρουμπής] ΕλλΔνη 2012, 1241 επ., με παρατηρήσεις Δεληκωστόπουλου, 1242 επ.

29. Κρητικός, ό.π., σ. 713.

30. Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 398/2007, ΑΠ 1535/2007, ΑΠ 598/2009 ΝοΒ 2009, 1715, ΑΠ 1544/2010 ΝοΒ 2011, 988, ΑΠ 69/2011 [Εισηγήτρια Δ. Υφαντή] ΕλλΔνη 2011, 1350.

31. Για το γαλλικό δίκαιο βλ. Terré/Simler/Lequette, Droit civil. Les obligations, op. cit. («l’action oblique est ouverte à tout créancier – mais seulement aux créanciers»).

32. Μ. Σταθόπουλος, Γενικό ενοχικό δίκαιο, 2004, σ. 183.

33. G. Marty/P. Raynaud/Ph. Jestaz, Droit civil. Les obligations, 2ème édition, Tome 2, Sirey 1989, p. 136.

34. Βλ. και Πλεύρη, ΕλλΔνη 2016, 1704.

35. Δεληκωστόπουλος/Σινανιώτης, Ερμηνεία Α΄, σ. 214. 36. Έτσι, Μπρίνιας, ό.π., σ. 1247.

37. Βλ. Μπρίνια, ό.π., σ. 1255· ΓέσιουΦαλτσή, ό.π., σ. 697.

38. Ι. Χαμηλοθώρης, Ασφαλιστικά Μέτρα, 2η έκδοση, 2016, σ. 240.

39. Γ. Ορφανίδης, Συγκρούσεις συμφερόντων δανειστών στην αναγκαστική εκτέλεση, 2004, σ. 124125.

40. Για το σημαντικό ζήτημα αν είναι δυνατή η επιβολή προσημείωσης υποθήκης με πλαγιαστική υποβολή της αιτήσεως από το δανειστή πριν τη διάρρηξη της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας με τελεσίδικη δικαστική απόφαση (βλ. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, Δ΄, σ. 186· Χ. Απαλαγάκη, Προσημείωση υποθήκης, 2005, σ. 141 επ.) ή αν μπορεί να διαταχθεί μόνο η δικαστική μεσεγγύηση του μεταβιβασθέντος βλ. Πίψου, Δικαστική μεσεγγύηση, ό.π., σ. 64 επ., 68· Κ. Γεωργίου (επιμέλεια Μ. Βαρκλαντή), Ασφαλιστικά Μέτρα, 2015, σ. 441446. Σύμφωνα με την Πίψου (ό.π., σ. 68), δεν είναι δυνατή η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στο ακίνητο του τρίτου πριν διαταχθεί η διάρρηξη με τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Από τη νομολογία βλ. ΜΠρΑθ 3601/2008 [Στ. Αλεξανδράκη] ΕλλΔνη 2008, 11111112 (δεν είναι δυνατή η επιβολή προσημείωσης πριν γίνει διάρρηξη της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, μπορεί όμως να διαταχθεί η μεσεγγύηση του μεταβιβασθέντος)· ΜΠρΘεσ 1092/2013 [Χ. Μαυρίδης] ΕλλΔνη 2014, 573, με παρατηρήσεις Γεωργίου, 573576, με σημείωση Σ. Μούζουρα, 577578 (κατάλληλο ασφαλιστικό μέτρο είναι αυτό της δικαστικής μεσεγγύησης)· ΜΠρΘεσ 6274/2013 [Χ. Μαυρίδης] ΕφΑΔ 2015, 1169 επ., ιδίως 1170 (νόμω αβάσιμη η αίτηση εγγραφής προσημείωσης υποθήκης, εφόσον ο οφειλέτης είναι μη διάδικος που δεν είναι κύριος, πλέον, του επίμαχου ακινήτου). Πρβλ. υπέρ της θέσεως ότι προσφορότερο εξασφαλιστικό μέτρο είναι η προσημείωση υποθήκης επί του ακινήτου ΜΠρΘεσ 8/2009 [Π. Χριστιάς] Αρμ 2009, 252253 (το προσήκον ασφαλιστικό μέτρο δεν είναι η δικαστική μεσεγγύηση, αλλά η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης που ακολουθεί το επίμαχο ακίνητο σε κάθε μεταβίβασή του. Καθ’ ου η αίτηση μπορεί να είναι και τρίτος, στον οποίο μεταβιβάσθηκε εικονικώς από τον οφειλέτη το ακίνητο, ή εάν πιθανολογείται ότι η μεταβίβαση στον τρίτο είναι καταδολιευτική κατά το άρθρο 939 ΑΚ)· ΜΠρΑθ 2173/2011 [Μ. Παπαδογρηγοράκου] ΝοΒ 2011, 958 επ.· ΜΠρΘεσ 115/2013 [Θ. Τσαμαδιά] ΕλλΔνη 2013, 514 επ., ιδίως 515. Σχετικά επισημαίνεται, ότι αντίθετα με τη συντηρητική κατάσχεση, στην προσημείωση «δεν είναι αναγκαία η έγερση αγωγής για την ασφαλιζόμενη απαίτηση εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος» (Ορφανίδης, ό.π., σ. 127). Το ελληνικό δίκαιο δεν γνωρίζει την «εμπράγματη συντηρητική κατάσχεση» του γερμανικού δικαίου (βλ. Ορφανίδη, ό.π., σ. 125).

41. Αυτοί έχουν, εφόσον δεν θεωρούνται πρόσωπα που ταυτίζονται με τους διαδίκους (ΜΠρΑθ 2946/2010 ΧρΙΔ 2010, 4678), σε κάθε περίπτωση τη δυνατότητα να ζητήσουν την ανάκληση ή τη μεταρρύθμιση της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 696 παρ. 1 ΚΠολΔ. Θα πρέπει όμως να δικαιολογούν έννομο συμφέρον, ήτοι εν προκειμένω ουσιαστικό δικαίωμα υπέρτερο ή έστω ισοδύναμο με εκείνο που εξασφαλίσθηκε προσωρινά με το διαταχθέν ασφαλιστικό μέτρο. Η επίκληση μόνο βλάβης, από μόνη της, δεν αρκεί. Η αίτηση απευθύνεται εναντίον όλων των διαδίκων. Βλ. Π. Τζίφρα, Ασφαλιστικά Μέτρα, έκδοσις τρίτη, 1980, σ. 80· Κ. Μπέη, Πολιτική Δικονομία, V, 1983, σ. 192· Απαλαγάκη, Το δικαίωμα ακροάσεως των διαδίκων στην πολιτική δίκη, 1989, σ. 61 επ.· Β. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, Δ΄, 1996, σ. 121· Γ. Νικολόπουλο, Η ανάκληση των αποφάσεων των ασφαλιστικών μέτρων, Η σύγχρονη δυναμική των ασφαλιστικών μέτρων, 1999, σ. 90 επ., 945· Μαργαρίτη/Μαργαρίτη, Ερμηνεία ΙΙ, άρθρο 696 αριθ. 9· Νικολόπουλο, Η ανάκληση των αποφάσεων των ασφαλιστικών μέτρων, Γ΄ έκδοση, 2014, σ. 114· Δ. Κράνη, Προσωρινή διαταγή, ανάκληση και μετενέργεια των ασφαλιστικών μέτρων, 2013, σ.

43· Χαμηλοθώρη, ό.π., σ. 78. Από τη νομολογία βλ. π.χ. ΜΠρΘεσ 572/1970 [Β. Κόκκινος] Δ 1971, 786 επ.· ΜΠρΑθ 1042/1983 [Στ. Πατεράκης] ΝοΒ 1983, 1221 επ., σημείωση Ν. Δημαρά, 12251226, Δ 1983, 154 επ., με παρατηρήσεις Μ. Μαντζουράνη, Μπέη, 159 επ.· ΜΠρΑθ 18574/1986 [Γ. Χλαμπουτάκης] Δ 1987, 346 επ., με παρατηρήσεις Κ. Παναγόπουλου, 356 επ.· ΜΠρΑθ 4087/1995 [Μ. Μαραγκάκης] ΕλλΔνη 1998, 221222· ΜΠρΑθ 5964/2006 [Α. Λαμπροπούλου] ΧρΙΔ 2007, 64 επ. 42. Βλ. ΜΠρΕυρ 46/1971, ό.π., 298. 43. Πρβλ. όμως ΓέσιουΦαλτσή, ό.π., σ. 697, υποσ. 195.

44. ΓέσιουΦαλτσή, ό.π., σ. 693 και σ. 696.

45. Έτσι ΜΠρΑθ 6043/1994, ό.π.

46. Μπρίνιας, ό.π., σ. 1254.

47. Μπρίνιας, ό.π.

48. Μπρίνιας, ό.π., σ. 1253.

49. Μπρίνιας, ό.π., σ. 1255.

50. Ως προς το χρόνο έναρξης της εσωτερικής διαιτητικής διαδικασίας, το θέμα δεν ρυθμίζεται από τον ΚΠολΔ. Υπάρχει νομοθετικό κενό (Σταματόπουλος, ΕΠολΔ 2008, 788). Ως χρόνος έναρξης πρέπει να οριστεί, κατά κρατούσα θέση (Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας Φουστούκος, Ερμηνεία ΙΙ, άρθρο 886, αριθ. 1· ΜΠρΠειρ 6747/2009 ΕΠολΔ 2009, 691 επ., 693 με σημείωμα Π. Γιαννόπουλου, 693694), αν τα μέρη δεν έχουν ορίσει διαφορετικά, «η χρονολογία επιδόσεως του εισαγωγικού εγγράφου της διαιτητικής δίκης που απευθύνει ο ενδιαφερόμενος στον αντίδικό του, σε τρίτον του άρθρου 876 ΚΠολΔ ή σε κέντρο μόνιμης διαιτησίας του άρθρου 902 ΚΠολΔ και με το οποίο καθορίζεται η διαφορά και ορίζεται διαιτητής». Επί διεθνούς εμπορικής διαιτησίας, κατ’ άρθρο 21 του Ν. 2735/1999, η διαιτητική διαδικασία αρχίζει, αν τα μέρη δεν έχουν ορίσει διαφορετικά, «από την ημέρα κατά την οποία η αίτηση διαιτησίας περιέρχεται σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται».

51. Στ. Σταματόπουλος, Άσκηση κύριας αγωγής στη διαιτησία μετά την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης, ΕΠολΔ 2009, 605 επ., 607.

52. Βλ. Σταματόπουλο, ό.π., 607.

53. Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 1392/2009 [Εισηγητής Χ. Ζώης] ΧρΙΔ 2010, 460461.

54. Π.χ. στο γερμανικό δίκαιο και στο γαλλικό δίκαιο. Για τις αλλοδαπές ρυθμίσεις συνολικά βλ. Χρ. Τριανταφυλλίδη, Τα ασφαλιστικά μέτρα στις διεθνείς ιδιωτικές διαφορές, 2008, σ. 375 επ. Για τα ισχύοντα στη Γαλλία βλ. Ch. Seraglini/J. Ortscheidt, Droit de l’arbitrage interne et international, Montchrestien 2013, p. 617 et s.· J.B. Racine, Droit de l’arbitrage, PUF 2016, p. 233 et s. Στη Γαλλία ειδικά, κατά κρατούσα και εν μέρει αμφιλεγόμενη νομολογιακή εφαρμογή, εάν έχει συμφωνηθεί από τα μέρη ή εάν αυτό προκύπτει από τον κανονισμό του διαιτητικού κέντρου (όχι για το ICC), η εξουσία του διαιτητικού δικαστηρίου να διατάξει ασφαλιστικά μέτρα δύναται να είναι αποκλειστική. Κρίσιμο στοιχείο είναι εν προκειμένω το περιεχόμενο του κανονισμού του διαιτητικού κέντρου, αν δηλαδή προβλέπει αποκλειστική δικαιοδοσία του διαιτητικού δικαστηρίου ή συντρέχουσα δικαιοδοσία τόσο των πολιτειακών δικαστηρίων, όσο και του διαιτητικού δικαστηρίου. Έτσι, Seraglini/Ortscheidt, Droit de l’arbitrage interne et international, op. cit., p. 6189· Racine, Droit de l’arbitrage, op. cit., p. 237238.

55. Βλ. Κουσούλη, Δίκαιο της διαιτησίας, 2006, σ. 103· Σταματόπουλο, ΕΠολΔ 2008, 794.

56. Βλ. ΠρΑναθΕπιτρ 1967, σ. 3689

(μειοψηφούσα γνώμη Βαμβέτσου).

57. Ράμμος, Εγχειρίδιον Αστικού Δικονομικού Δικαίου, Τόμος τέταρτος, 1985, σ. 2174.

58. Για μία νομολογιακή εφαρμογή βλ. ΜΠρΑθ 21374/2011 [Μ. Γουλιανού] ΕΠολΔ 2012, 523 επ., με σημείωμα Γιαννόπουλου, 5245.

59. Ράμμος, ό.π., σ. 2175.

60. Για την ανάλυση πριν από το Νόμο 2735/1999 βλ. Καλαβρό, Ο πρότυπος νόμος Uncitral για τη διεθνή εμπορική διαιτησία, Θεμελιώδη ζητήματα της πολιτικής δικονομίας, 1991, σ. 309 επ. Για το Ν. 2735/1999 και τα ασφαλιστικά μέτρα βλ. Κουσούλη, Δίκαιο της διαιτησίας, ό.π., σ. 104 επ.· Σταματόπουλο, ΕΠολΔ 2008, 794· Τριανταφυλλίδη, ό.π., σ. 370 επ.· Γιαννόπουλο, ΕΠολΔ 2014, 374375·

Ι. Φιλιώτη, Διαιτησία και ασφαλιστικά

μέτρα, ΕΠολΔ 2015, 12 επ.

61. Κουσούλης, ό.π., σ. 104· Σταματόπουλος, ΕΠολΔ 2008, 794· Γιαννόπουλος, ΕΠολΔ 2014, 374· Φιλιώτης, ό.π., 13. Πρβλ. Τριανταφυλλίδη, ό.π.,

σ. 380 (“επικουρική” δικαιοδοσία των πολιτειακών δικαστηρίων στην περίπτωση που τα μέρη έχουν προσφύγει στη διαιτησία).

62. Βλ. π.χ. ΜΠρΘεσ 21480/2013 [Χρ. Τριανταφυλλίδης] ΕΠολΔ 2014, 371 επ., με σημείωμα Γιαννόπουλου, 374375.

63. Βλ. και Φιλιώτη, ό.π., 13.