Αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων

Αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων 150 150 Γιώργος Κοπακάκης

ΜΠρΡοδ 233/2018, σε: ΕΠολΔ 4/2018, σχόλιο: Δεληκωστόπουλος, Κοπακάκης, σ. 436-442, Sakkoulas-Online.gr
Δικαστής: Ε. Παπαδοπούλου, Πρωτόδικης
Δικηγόροι: Ελ.-Γ. Πάσσος – Α. Κουκούλης
Νομικές Διατάξεις: άρθρα 72, 144 § 1, 933, 934 § 1 στοιχ. β΄, 953, 985, 986, 988, 989 ΚΠολΔ, 4 § 2 ν.δ. 31/1968

Παρατηρήσεις Ιωάννη Δεληκωστόπουλου – Γεωργίου Κοπακάκη

Αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων· η ανακοπή του οφειλέτη με την οποία προβάλλονται λόγοι ακυρότητας της αναγκαστικής κατάσχεσης μπορεί να ασκηθεί έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης. Επί αναγκαστικής κατάσχεσης χρηματικής απαίτησης εις χείρας τρίτου, η αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης του οφειλέτη προς τον κατασχόντα, σε περίπτωση καταφατικής υπό την έννοια του άρθρου 985 δήλωσης, επέρχεται μετά την, προϋποθέτουσα τήρηση της οκταήμερης του άρθρου 985 § 1 του ΚΠολΔ προθεσμίας, καταφατική τυχόν δήλωση του τρίτου και την παρέλευση ακολούθως της προθεσμίας του άρθρου 988 § 1 εδ. α΄ του ΚΠολΔ. Σε περίπτωση δε αρνητικής δήλωσης, επέρχεται διά της τελεσιδικίας της απόφασης με την οποία γίνεται δεκτή η κατά το επόμενο άρθρο 986 ανακοπή. Έναρξη οκταήμερης προθεσμίας του άρθ. 988. Κατάσχεση εις χείρας των ΟΤΑ ως τρίτων· προϋποθέσεις. Κατάσχεση εις χείρας τετάρτου· νομιμοποίηση του δανειστή κατ’ άρθ. 72 ΚΠολΔ να την επιβάλει, δηλαδή να ασκήσει πλαγιαστικώς κατάσχεση εις χείρας τρίτου και έτσι να εισπράξει αμέσως το ποσό που αναλογεί στην απαίτησή του· λειτουργία και προϋποθέσεις· με εκτελεστό τίτλο πρέπει να είναι εξοπλισμένη τόσο η απαίτηση υπέρ της οποίας επιβάλλεται η πλαγιαστικά ασκούμενη κατάσχεση στα χέρια τρίτου όσο και εκείνη που δίνει το δικαίωμα της πλαγιαστικής αυτής επιβολής.

Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 933, 934 § 1 στοιχ. β΄, 953, 985, 988 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, η ανακοπή του οφειλέτη με την οποία προβάλλονται λόγοι ακυρότητας της αναγκαστικής κατάσχεσης, όπως επειδή κατασχέθηκε ακατάσχετη απαίτηση, μπορεί να ασκηθεί έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, που είναι η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού (ΑΠ 872/1998). Αν η κατάσχεση χρηματικής απαίτησης γίνει εις χείρας τρίτου και ο τρίτος προβεί σε καταφατική δήλωση προβλέπεται διαδικασία εξόφλησης του κατασχόντος είτε απευθείας από τον τρίτο είτε με διανομή του ποσού μέσω συμβολαιογράφου (988 § 1 ΚΠολΔ). Ο δε οφειλέτης μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 934 § 1 β΄ ΚΠολΔ, να ασκήσει ανακοπή προβάλλοντας λόγους ακυρότητας της κατάσχεσης, όπως το ακατάσχετο αυτής. Το απώτερο όμως χρονικό σημείο άσκησης της ανακοπής από τον οφειλέτη για τους παραπάνω λόγους πρέπει να συνδεθεί με την εκπνοή της προβλεπόμενης από το άρθρο 988 § Ια ΚΠολΔ προθεσμίας, οπότε συντελείται η αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης του οφειλέτη προς τον κατασχόντα και ο τελευταίος αποκτά τον κατ’ άρθρο 989 εκτελεστό τίτλο σε βάρος του τρίτου. Ειδικότερα, επί αναγκαστικής κατάσχεσης χρηματικής απαίτησης εις χείρας τρίτου, η αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης του οφειλέτη προς τον κατασχόντα, σε περίπτωση καταφατικής υπό την έννοια του άρθρου 985 δήλωσης, επέρχεται μετά την, προϋποθέτουσα τήρηση της οκταήμερης του άρθρου 985 § 1 του ΚΠολΔ προθεσμίας, καταφατική τυχόν δήλωση του τρίτου και την παρέλευση ακολούθως της προθεσμίας του άρθρου 988 § 1 εδ. α΄ του ΚΠολΔ. Σε περίπτωση δε αρνητικής, υπό την έννοια του άρθρου 985, δήλωσης, ή παράλειψης του τρίτου να προβεί εμπροθέσμως στην οφειλόμενη κατά το ανωτέρω άρθρο 985 ρητή δήλωση, η οποία εξομοιώνεται, σύμφωνα με την § 3 εδ. α΄ αυτού, με δήλωση αρνητική, επέρχεται διά της τελεσιδικίας της απόφασης με την οποία γίνεται δεκτή η κατά το επόμενο άρθρο 986 ανακοπή (ΟλομΑΠ 3/1993, ΑΠ 688/2010). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 144 § 1 ΚΠολΔ, «Οι προθεσμίες που ορίζονται από τον νόμο ή τα δικαστήρια αρχίζουν από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση ή μετά τη συντέλεση του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας και λήγουν στις 7 το βράδυ της τελευταίας ημέρας και αν αυτή είναι κατά τον νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επομένης μη εξαιρετέας ημέρας». Η οκταήμερη, επομένως, προθεσμία του άρθρου 988 αρχίζει από την επομένη της επίδοσης του κατασχετηρίου στον καθ’ ου η εκτέλεση, εφόσον όμως προηγήθηκε η προς τον τρίτο επίδοση του κατασχετηρίου, διότι από τότε η κατάσχεση θεωρείται υπαρκτή (ΟλομΑΠ 3/1993). Αν η επίδοση στον καθ’ ου η εκτέλεση του κατασχετηρίου προηγήθηκε της επίδοσης αυτού στον τρίτο, η οκταήμερη προθεσμία προς καταβολή αρχίζει από την επίδοση στον τρίτο, οπότε υποχρεούται να δηλώσει εντός οκταημέρου και να καταβάλει μετά την πάροδο του οκταημέρου, που αρχίζει από την επόμενη του κατασχετηρίου στον τρίτο, δηλαδή την 9η ημέρα και όχι από την καταφατική δήλωση. Οι προθεσμίες των άρθρων 934, 985, 988 ΚΠολΔ είναι δικονομικές, διεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 144επ ΚΠολΔ, εξετάζονται δε αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και η παρέλευσή τους συνεπάγεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής της σχετικής πράξης εκτέλεσης (ΑΠ 360/2017, ΝΟΜΟΣ).

ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 4 § 2 του ν.δ/τος 31/1968 «Περί προστασίας της περιουσίας των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως», το οποίο ορίζει ότι «κατάσχεσις εις χείρας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως ως τρίτων δύναται να επιβληθεί μόνον κατόπιν αδείας του κατά τόπον αρμοδίου Μονομελούς Πρωτοδικείου και υπό τας λοιπάς ισχύουσας εκάστοτε διά το Δημόσιον προϋποθέσεις», για το κύρος της κατάσχεσης στα χέρια οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ως τρίτου, απαιτείται αφενός μεν συνδρομή των προϋποθέσεων, που απαιτούνται κάθε φορά για την κατάσχεση στα χέρια του Δημοσίου ως τρίτου, δηλαδή των προϋποθέσεων, που αναφέρονται στο άρθρο 97 του ν.δ/τος 321/1969 και ήδη στο άρθρο 95 του νόμου 2362/1995 «Περί δημοσίου λογιστικού κ.τ.λ.», με την κατάλληλη προσαρμογή τους στη φύση και τις ιδιαιτερότητες των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, και αφετέρου προηγούμενη άδεια του Μονομελούς Πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται ο οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης, η οποία παρέχεται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, μετά από αίτηση εκείνου που επιθυμεί να προβεί στην κατάσχεση και κλήτευση του καθ’ ου η αίτηση οργανισμού, όπως και του καθ’ ου η εκτέλεση, και αφού, εκτός των άλλων, πιθανολογηθεί η ύπαρξη της οφειλής του οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της κατάσχεσης, όπως και η βασιμότητα της ουσιαστικής αξίωσης, για την ικανοποίηση της οποίας επιβάλλεται η κατάσχεση, καθόσον πρόκειται για διατάξεις οι οποίες αποσκοπούν στην προστασία της περιουσίας των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, με την αποφυγή της εμπλοκής τους σε ελαττωματικές εκτελεστικές διαδικασίες (ΑΠ 783/2015, ΝΟΜΟΣ).

III. Ο αυξημένος βαθμός αλυσιτελών κατασχέσεων εις χείρας οφειλετών ή εις χείρας τρίτων, εξωνομικοί παράγοντες, όπως η ανάγκη επιβίωσης των οφειλετών σε συνδυασμό με νομικές παραμέτρους όπως το γεγονός ότι ο εκάστοτε αφερέγγυος οφειλέτης με αφανή περιουσιακά στοιχεία εμφανίζεται να είναι μόνο δικαιού χος απαιτήσεων, έχουν οδηγήσει στη μεγιστοποίηση του φαινόμενου της καταδολίευσης δανειστών. Ανεξαρτήτως των πτωχεύσεων, η καταδολίευση δανειστών διογκώνεται ελλείψει άμεσης και λυσιτελούς ικανοποίησης των απαιτήσεων των κατασχόντων δανειστών εξαιτίας των μεταβιβάσεων από τους οφειλέτες σε τρίτα πρόσωπα με νομική αυτοτέλεια. Η κατάσχεση εις χείρας τέταρτου δεν προβλέπεται υπό τον ισχύοντα ΚΠολΔ, ωστόσο στην πραγματικότητα, κατ’ επιτρεπτή απλούστευση, η κατάσχεση εις χείρας τέταρτου είναι δύο ταυτόχρονες κατασχέσεις εις χείρας τρίτου σε ένα ενδεχομένως κατασχετήριο: μια πρώτη πλαγιαστικώς ασκούμενη κατάσχεση εις χείρας τρίτου υπό την αίρεση ότι υπάρχει η πρώτη. Στην πρώτη κατάσχεση ο κατασχών, ενεργώντας ως μη δικαιούχος διάδικος, ασκεί πλαγιαστικά τα δικαιώματα του  οφειλέτη του και «κέκτηται την εξουσίαν» προς επιβολή κατάσχεσης εις χείρας τρίτου. Στη δεύτερη κατάσχεση που δεν είναι τίποτε άλλο από τη κλασική, ο κατασχών ενεργεί εκ δικαίου για να εξασφαλιστεί έναντι της αφερεγγυότητας του οφειλέτη του και πιθανώς έναντι των κακόβουλων ενεργειών του οφειλέτη αλλά και του οφειλέτη του οφειλέτη του. Με αυτόν τον τρόπο, δηλαδή με τις δυο ταυτόχρονες κατασχέσεις, η τετραμερής σχέση μετουσιώνεται σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της δίκης σε δυο τριμερείς (Κατάσχεση εις χείρας τέταρτου, Ιωάννης Δεληκωστόπουλος/Γεώργιος Κοπακάκης, Χρονικά Ιδιωτικού Δικαίου 2017. 248).
Προς κατανόηση της λειτουργίας της κατάσχεσης εις χείρας τέταρτου παρατίθεται οι εξής διαμορφούμενες έννομες σχέσεις: ο Α είναι δανειστής του Β, ο Β είναι δανειστής του Γ και ο Γ είναι δανειστής του Δ, ο οποίος είναι τέταρτος σε σχέση με τον Α και όχι τρίτος. Στην τριγωνική σχέση ΑΒΓ τρίτος έναντι του Α είναι ο Γ, αν όμως ο τελευταίος δεν έχει περιουσία αλλά έχει έναν οφειλέτη, τον Δ, αυτός είναι τρίτος έναντι του οφειλέτη Β. Αν ωστόσο ο οφειλέτης Β αδρανεί, τίθεται το ερώτημα, εάν ο Α δανειστής του Β μπορεί να επιβάλει πλαγιαστικά κατάσχεση στα χέρια του. Στην Πολιτική Δικονομία του 1834 η κατάσχεση εις χείρας τέταρτου ήταν μια πραγματική δικονομική δυνατότητα που διέθετε ο δανειστής δυνάμει της εφαρμογής του άρθ. 1025 § 2 ΚΠολΔ («πας δανειστής έχει το δικαίωμα να εκτελή εν ονόματι του οφειλέτη όλα τα δικαιώματα αυτού»), ο οποίος ενασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτη του και τηρώντας όλες τις διατυπώσεις που έπρεπε να τηρήσει και αυτός ο τελευταίος, μπορούσε να επιχειρήσει αντ’ αυτού κατάσχεση στα χέρια τρίτου – δηλαδή τέταρτου σε σχέση με τον κατασχόντα– αναγνωριζόμενη έτσι η κατά νομική ακριβολογία πλαγιαστική άσκηση του δικαιώματος επιβολής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου.

Υπό την ισχύ του ΚΠολΔ τέθηκε αρχικά το ερώτημα, κατά πόσο είναι δυνατή η ανωτέρω μορφή κατάσχεσης υπό το όχημα της διάταξης του άρθ. 72 ΚΠολΔ και γιατί, αν αναγνωρίζεται η κατάσχεση εις χείρας τέταρτου, δεν θα μπορούσε να αναγνωριστεί και πέμπτου κ.ο.κ., η απάντηση στο τελευταίο ερώτημα είναι αρνητική, καθώς η κατάσχεση εις χείρας τέταρτου αποτελεί νόμιμο τρόπο άμεσης και λυσιτελούς ικανοποίησης της απαίτησης ως ήδη αναγνωριζόμενη από το διαχρονικό δίκαιο, αντιθέτως κατάσχεση εις χείρας πέμπτου δεν νοείται (Κατάσχεση εις χείρας τέταρτου, Ιωάννης Δεληκωστόπουλος/Γεώργιος Κοπακάκης, Χρονικά Ιδιωτικού Δικαίου 2017. 248), περαιτέρω και ως προς το πρώτο ερώτημα γίνεται δεκτό από τη θεωρία, ότι το άρθ. 72 ΚΠολΔ νομιμοποιεί τον δανειστή να επιβάλει κατάσχεση εις χείρας τέταρτου, δηλαδή να ασκήσει πλαγιαστικώς κατάσχεση εις χείρας τρίτου και έτσι να εισπράξει αμέσως το ποσό που αναλογεί στην απαίτησή του (Καστριώτης, Η κατάσχεση εις χείρας τρίτου, 2009, 54). Ωστόσο, και δεδομένου ότι το αίτημα της πλαγιαστικής αγωγής είναι να γίνει καταβολή στον οφειλέτη και όχι στον ενάγοντα δανειστή, ανακύπτει η προβληματική της άμεσης είσπραξης της απαίτησης από τον πλαγιαστικώς κατασχόντα δανειστή. Η λύση που υποδείχθηκε για την αντιμετώπιση αυτού του κενού συνίσταται στην επιβολή δύο κατασχέσεων στα χέρια τρίτου (που υποστηρίζεται ότι μπορεί να γίνει με το ίδιο κατασχετήριο), μιας πρώτης που επιβάλλεται από τον δανειστή Α με την πλαγιαστική άσκηση του δικαιώματος του οφειλέτη του Β για την επιβολή της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, η οποία καταλήγει να είναι κατάσχεση εις χείρας τέταρτου. Και μιας δεύτερης, που επιβάλλεται και πάλι από τον κατασχόντα δανειστή Α κατά του οφειλέτη του Β για τη μελλοντική απαίτηση που έχει αυτός έναντι του τέταρτου δυνάμει προηγούμενης κατάσχεσης στα χέρια του, την οποία έχει επιβάλει συγχρόνως ο ίδιος πλαγιαστικά. Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται η δυνατότητα άμεσης είσπραξης της απαίτησης από τον κατασχόντα (Α από τον Δ). Ευνόητο καθίσταται ότι κάθε μια εκ των δύο κατασχέσεων ακολουθεί τους δικούς της κανόνες, γίνεται έτσι δεκτό ότι με εκτελεστό τίτλο πρέπει να είναι εξοπλισμένη τόσο η απαίτηση υπέρ της οποίας επιβάλλεται η πλαγιαστικά ασκούμενη κατάσχεση στα χέρια τρίτου (του Β κατά του Γ) όσο και εκείνη που δίνει το δικαίωμα της πλαγιαστικής αυτής επιβολής (του Α κατά του Β). (Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης, 2018, ΙΙ/Β 36, Καστριώτης, Η κατάσχεση εις χείρας τρίτου, 2009, 54, Κατάσχεση εις χείρας τέταρτου, Ιωάννης Δεληκωστόπουλος/Γεώργιος Κοπακάκης, Χρονικά Ιδιωτικού Δικαίου 2017. 248.)

Με την υπό κρίση ανακοπή, το ανακόπτον ΝΠΔΔ ζητεί, για τους αναφερόμενους σ’ αυτήν λόγους, να ακυρωθεί το από 16.4.2013 κατασχετήριο έγγραφο, με βάση το οποίο η καθ’ ης επέβαλε κατάσχεση σε βάρος του ως οφειλέτη, εις χείρας της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «A. ΑΕ» ως τρίτης κάθε χρηματικής απαίτησης του ανακόπτοντος, παρούσας ή μελλοντικής, μέχρι του ποσού των 58.163,39 ευρώ. Η υπό κρίση ανακοπή του άρθ. 933 ΚΠολΔ αρμοδίως φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο είναι καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο για να συζητηθεί κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία, είναι δε νόμιμη με αίτημα την ακύρωση της πράξης εκτέλεσης και συγκεκριμένα της επιβληθείσας σε βάρος του ανακόπτοντος και εις χείρας της «Τ. Δ. ΣΥΝΠΕ» κατάσχεσης με το από 16.4.2013 κατασχετήριο έγγραφο, έχει δε ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα κατ’ άρθρο 934 § 1β ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της. Με τον πρώτο λόγο ανακοπής και κατ’ εκτίμηση αυτού, το ανακόπτον ΝΠΔΔ ισχυρίζεται ότι η επιβληθείσα σε βάρος του αναγκαστική κατάσχεση και εις χείρας της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας ως τρίτης είναι άκυρη, καθώς αυτή επισπεύσθηκε χωρίς να υπάρχει σε βάρος του εκτελεστός τίτλος. Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος (άρθ. 904, 933 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν. Από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι για να χρησιμεύσουν είτε ως άμεση απόδειξη είτε ως δικαστικά τεκμήρια, από τις ομολογίες των διαδίκων με τις έγγραφες προτάσεις τους (άρθρα 261 και 352 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπ’ όψιν αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο καθ’ ου η ανακοπή είχε πετύχει την έκδοση της με αριθμό 1403/2005 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς σε βάρος της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «Τ. Κ. και ΣΙΑ ΕΕ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ» και του ομόρρυθμου εταίρου και διαχειριστή αυτής Τ. Κ., με την οποία αυτοί υποχρεώθηκαν να του καταβάλλουν εις ολόκληρον το ποσό των 44.940 ευρώ με επίδοση επιταγής προς εκτέλεση κάτωθι του αντιγράφου εξ απογράφου του ως άνω εκτελεστού τίτλου. Παράλληλα, η ανωτέρω οφειλέτιδα κατασκευαστική εταιρεία είχε συνάψει σύμβαση έργου με τον Δήμο Σύμης, εκ της οποίας η εργολάβος εταιρεία διατηρούσε απαίτηση επί της αμοιβής της, χωρίς ωστόσο να προκύπτει από κανένα έγγραφο ότι η απαίτηση αυτή είναι βέβαια και εκκαθαρισμένη. Εν συνεχεία και κατόπιν της ατελέσφορης εκτέλεσης σε βάρος της ανωτέρω οφειλέτιδας μετά και τη δεύτερη επίδοση της ανωτέρω διαταγής πληρωμής με επίδοση αντιγράφου απογράφου με επιταγή προς εκτέλεση, όπως αποδείχθηκε, με τη με αριθμό 2070/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, χορηγήθηκε στον επισπεύδοντα δανειστή-καθ’ ου η ανακοπή άδεια, προκειμένου αυτός να επισπεύσει αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας του Δήμου Σύμης ως τρίτου, της απαίτησης που πιθανολογήθηκε ότι διατηρεί η δική του οφειλέτιδα εταιρεία με την επωνυμία «Τ. Κ. και ΣΙΑ ΕΕ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ» απέναντι στον ανωτέρω Δήμο, από τη μεταξύ τους σύμβαση έργου. Κατά συνέπεια και βάσει των ανωτέρω δεδομένων την ιδιότητα του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη φέρει η ετερόρρυθμη εταιρεία και ο ομόρρυθμος εταίρος αυτής και την ιδιότητα του τρίτου ο Δήμος Σύμης. Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε, ο Χ. Κ., επισπεύδων δανειστής, επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση με το από 16.4.2013 κατασχετήριο μέχρι του ποσού των 58.163,39 ευρώ σε βάρος του Δήμου Σύμης ως οφειλέτη και όχι εις χείρας του ως τρίτου, παρά επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας της Τ. Δ. ΣΥΝΠΕ, με την οποία το ως άνω ΝΠΔΔ είχε συνάψει σύμβαση λογαριασμού. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του από 16.4.2013 κατασχετηρίου, ο καθ’ ου η ανακοπή επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση σε βάρος του Δήμου Σύμης εις χείρας του ανωτέρω πιστωτικού ιδρύματος επιτάσσοντας αυτό να μην καταβάλει κανένα ποσό στον ανωτέρω Δήμο μέχρι του ποσού της κατάσχεσης, να παρακρατήσει το ποσό αυτό και να του το αποδώσει προς εξόφληση των απαιτήσεών του. Όπως ισχυρίζεται ο καθ’ ου προέβη σε μερική άρση της κατάσχεσης με την από 22.4.2014 εξώδικη δήλωσή του, η οποία επιδόθηκε μόνο στην τρίτη τράπεζα, όπως προκύπτει από τη με αριθμό …/22.4.2014 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Φ. και ακολούθως προέβη σε νέα κατάσχεση δυνάμει του από 22.4.2014 κατασχετηρίου, ωστόσο σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας η παραίτηση από την κατάσχεση, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 294, 295 § 1, 297 και 299 του ΚΠολΔ, συνδυαζόμενων με τη φύση της αναγκαστικής εκτέλεσης ως εξώδικης διαδικασίας, λαμβάνει χώρα με εξώδικη δήλωση του επισπεύδοντος την εκτέλεση, που κοινοποιείται στον καθ’ ου αλλά και στον τρίτο, συνεπώς εν προκειμένω ελλείψει της επίδοσης αυτής προς τον Δήμο Σύμης – καθ’ ου οφειλέτη (κατά το κατασχετήριο), η παραίτηση δεν ανέπτυξε τα αποτελέσματά της. Σε κάθε δε περίπτωση, ακόμα και αν η παραίτηση από την κατάσχεση ήταν νομότυπη, ο ισχυρισμός περί άνευ αντικειμένου της παρούσας δίκης τυγχάνει απορριπτέος, επιπλέον διότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το ανακόπτον ΝΠΔΔ έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει την παρούσα ανακοπή και να ακυρωθεί η κατάσχεση, καθώς στην περίπτωση αυτή θα έχει δικαίωμα να απαιτήσει την επιστροφή των καταβληθέντων που κατασχέθηκαν χωρίς νόμιμη αιτία, δικαίωμα αποζημίωσης για την άδικη εκτέλεση που υπέστη κατ’ άρθρο 940 ΚΠολΔ αλλά και τυχόν αποζημίωσης κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών κατά του νομικού προσώπου για τις τυχόν παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των προστηθέντων υπαλλήλων του.
Περαιτέρω, όπως επιπλέον αναφέρεται στο κατασχετήριο, η αναγκαστική κατάσχεση επιβλήθηκε δυνάμει της με αριθμό 2070/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, πλην όμως η ανωτέρω απόφαση, η οποία χορήγησε άδεια αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας του Δήμου Σύμης ως τρίτου (και όχι σε βάρος του), δεν αποτελεί τίτλο εκτελεστό που μπορεί να επιστηρίξει αναγκαστική κατάσχεση, πολλώ δε μάλλον και η διαταγή πληρωμής που εκδόθηκε σε βάρος τρίτου, ήτοι της «Τ. Κ. και ΣΙΑ ΕΕ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ», η οποία προφανώς δεν αποτελεί τίτλο εκτελεστό σε βάρος του Δήμου Σύμης, μη υπάρχουσας μεταξύ του ανακόπτοντος και του καθ’ ου εκτέλεση οιασδήποτε ενοχικής σχέσης από την οποία ο ένας να υποχρεούται σε παροχή έναντι του άλλου. Πλέον συγκεκριμένα, από τα παραπάνω προκύπτει ότι υφίστανται τρεις παράλληλες έννομες σχέσεις, συγκεκριμένα, η πρώτη ενοχική σχέση σύμβασης έργου μεταξύ του Χ. Κ. και της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «Τ. Κ. και ΣΙΑ ΕΕ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ», η δεύτερη ενοχική σχέση σύμβασης έργου μεταξύ της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «Τ. Κ. και ΣΙΑ ΕΕ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ» και του Δήμου Σύμης, και η τρίτη ενοχική σχέση, σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης μεταξύ του Δήμου Σύμης και της Τ. Δ. ΣΥΝΠΕ. Με βάση τις ανωτέρω διαμορφωθείσες έννομες σχέσεις, το πρώτο νοητό σχήμα αναγκαστικής κατάσχεσης απαιτεί ο επισπεύδων δανειστής, έχοντας εκτελεστό τίτλο σε βάρος της Οφειλέτιδας εταιρείας «Τ. Κ. και ΣΙΑ ΕΕ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ», να επιβάλει αναγκαστική κατάσχεση σε βάρος του και εις χείρας του τρίτου σε σχέση με αυτόν, Δήμου Σύμης, ο οποίος φέρεται να οφείλει στην ανωτέρω εταιρία από τη μεταξύ τους ενοχική σχέση. Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται ο επισπεύδων δανειστής επέβαλε απευθείας κατάσχεση σε βάρος του τρίτου χωρίς να προϋπάρχει δεσμός δικαίου μεταξύ τους και κατά συνέπεια χωρίς να έχει ο ίδιος σε βάρος του τίτλο εκτελεστό, σύμφωνα με τον οποίο να είναι υπόχρεος χρηματικής παροχής, τη στιγμή μάλιστα που ούτε και η δανειστής του Δήμου Σύμης δεν μπορούσε να επιβάλει, δεδομένου ότι ούτε αυτή είχε εξοπλίσει την απαίτησή της με τίτλο εκτελεστό έναντι αυτού. Το δεύτερο νοητό σχήμα κατάσχεσης θα μπορούσε, να ήταν, όπως γίνεται δεκτό από μέρος της θεωρίας, ο επισπεύδων δανειστής να ασκήσει πλαγιαστική κατάσχεση κατ’ άρθρο 72 ΚΠολΔ, ήτοι να ασκήσει το δικαίωμα της οφειλέτιδας εταιρείας του που αδρανεί για την επιβολή κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, ωστόσο σε αυτήν την περίπτωση η δομή της πλαγιαστικής αγωγής δεν επιτρέπει την άμεση είσπραξη της απαίτησης από τον πλαγιαστικώς κατασχόντα, καθώς αίτημα θα είναι η καταβολή στην οφειλέτιδα εταιρεία και όχι στον κατασχόντα, ώστε η πλαγιαστική κατάσχεση εις χείρας τρίτου να μην μπορεί να οδηγήσει σε άμεση είσπραξη της απαίτησης από τον πλαγιαστικώς κατασχόντα δανειστή. Προς κάλυψη του κενού αυτού ως έτερο νοητό σχήμα κατάσχεσης θα ήταν να επιβάλει ο επισπεύδων δανειστής κατάσχεση εις χείρας τέταρτου, και εν προκειμένω εις χείρας της ΣΥΝΠΕ, σχήμα που επικαλείται ο κατασχών στο από 16.4.2013 κατασχετήριό του. Ωστόσο ακόμα και αν ήθελε υποτεθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για κατάσχεση εις χείρας τέταρτου, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβολή της είναι να υπάρχει εκτελεστός τίτλος του κατασχόντος σε βάρος της οφειλέτιδάς του και επιπλέον δεύτερος εκτελεστός τίτλος της οφειλέτιδας του κατασχόντος απέναντι στον τρίτο Δήμο Σύμης και με βάσει αυτόν τον δεύτερο εκτελεστό τίτλο (της οφειλέτιδάς του κατά του τρίτου), ενόψει και της αδράνειας της οφειλέτιδάς του, ο κατασχών ενεργώντας ως μη δικαιούχος διάδικος να επιβάλει κατάσχεση της απαίτησης του τρίτου έναντι του τέταρτου.

Εν συνεχεία, ωστόσο, ο κατασχών, προκειμένου να μπορέσει να πετύχει άμεση είσπραξη της ανωτέρω απαίτησης, θα έπρεπε να επιβάλει δύο παράλληλες κατασχέσεις, τη μία ως μη δικαιούχος διάδικος με πλαγιαστική άσκηση του δικαιώματος της οφειλέτιδάς του εταιρείας, στα χέρια του τρίτου Δήμου Σύμης, και μία δεύτερη κατάσχεση που θα έπρεπε να επιβληθεί από τον κατασχόντα εξ ιδίου δικαίου κατά της οφειλέτιδάς του για τη μελλοντική απαίτηση που έχει αυτή έναντι του τέταρτου δυνάμει της προηγούμενης κατάσχεσης στα χέρια αυτού. Κατόπιν των ανωτέρω προκύπτει ότι η αναγκαστική κατάσχεση, η οποία επιβλήθηκε σε βάρος του τρίτου Δήμου Σύμης και κατά λογική αναγκαιότητα μη έχοντος την ιδιότητα του οφειλέτη, είναι άκυρη, δεδομένου ότι ενεργήθηκε αφενός μεν και σε κάθε περίπτωση χωρίς να υπάρχει εναντίον του τίτλος εκτελεστός αλλά ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι επιβλήθηκε σε βάρος του κατάσχεση εις χείρας τέταρτου πλαγιαστικά από τον κατασχόντα, και αυτή είναι άκυρη, καθώς πέραν του εκτελεστού τίτλου του επισπεύδοντος κατά της κατασκευάστριας εταιρείας, δεν υπάρχει εκτελεστός τίτλος αυτής εναντίον του τρίτου, δηλαδή ο κατασχών εν προκειμένω ενήργησε κατάσχεση την οποία ούτε η δανειστής του τρίτου δεν μπορούσε να ενεργήσει. Ο δε τρίτος Δήμος Σύμης, βάσει του προσβαλλόμενου κατασχετηρίου ορθώς θεώρησε ότι επιβάλλεται σε βάρος του κατάσχεση και αμυνόμενος κατ’ αυτής άσκησε την υπό κρίση ανακοπή του άρθ. 933 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι κατέστη πλέον καθ’ ου η εκτέλεση, αλλά και η τέταρτη Συνεταιριστική Τράπεζα ορθώς θεώρησε ότι επιβάλλεται κατάσχεση σε βάρος του δανειστή της Δήμου Σύμης, πλην όμως λανθασμένα προέβη σε θετική δήλωση και διάθεση του ποσού χωρίς να υπάρχει εκτελεστός τίτλος σε βάρος του ανακόπτοντος και δανειστή της. Επιπλέον, η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων δυνάμει της οποίας φέρεται να επιβάλλεται η αναγκαστική κατάσχεση χορηγεί απλώς άδεια στον κατασχόντα να επιβάλει αναγκαστική κατάσχεση σε βάρος του Δήμου ως τρίτου στα πλαίσια της απαραίτητης προδικασίας για την κατάσχεση εις χείρας των νπδδ, παρά ελλείψει εκτελεστού τίτλου θα μπορούσε να επιτευχθεί η συντηρητική κατάσχεση ως ασφαλιστικό μέτρο. Σε κάθε δε περίπτωση, ο ισχυρισμός του καθ’ ου η ανακοπή ότι τίτλο εκτελεστό που στηρίζει την προσβαλλόμενη κατάσχεση αποτέλεσε εν προκειμένω η διαταγή πληρωμής του κατασχόντος σε βάρος της οφειλέτιδας εταιρίας, όπως αναπτύχθηκε ανωτέρω, τυγχάνει απορριπτέος, καθώς ακόμα και στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι επιβλήθηκε από τον ίδιο κατάσχεση εις χείρας τέταρτου δεν συντρέχουν σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο II μείζονα σκέψη της παρούσας οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για αυτήν. Ειδικότερα, αφενός μεν δεν επιβλήθηκαν από τον κατασχόντα δύο παράλληλες κατασχέσεις (ακόμα και με το ίδιο κατασχετήριο) αφετέρου δεν υφίσταται πέραν του εκτελεστού τίτλου, με τον οποίο έχει εξοπλιστεί η απαίτηση του κατασχόντος κατά της οφειλέτιδας εταιρίας, δεύτερος εκτελεστός τίτλος της τελευταίας κατά του τρίτου Δήμου Σύμης, ο οποίος είναι απαραίτητος προκειμένου να ασκηθεί πλαγιαστικά η ασκούμενη κατάσχεση στα χέρια τρίτου και να μπορέσει ο κατασχών, ως μη δικαιούχος διάδικος στο όνομα του οφειλέτη του, που αδρανεί, —στοιχείο που επίσης δεν αναφέρεται στο κατασχετήριο-, να κατάσχει την απαίτηση του Δήμου έναντι της Τράπεζας, η οποία στηρίζεται στη μεταξύ τους σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης με τη μορφή τραπεζικής κατάθεσης, ώστε να καταλήξει στο σχήμα της κατάσχεσης εις χείρας τέταρτου. Κατόπιν των ανωτέρω λόγων η επιβληθείσα με το από 16.4.2013 κατασχετήριο κατάσχεση πρέπει να ακυρωθεί και τα δικαστικά έξοδα του ανακόπτοντος να επιβληθούν σε βάρος του καθ’ ου, που ηττάται, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

Παρατηρήσεις
Ιωάννη Στ. Δεληκωστόπουλου,
Επ. Καθηγητή Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Γεωργίου Ε. Κοπακάκη,
LL.M University of London, Δικηγόρου

Κατάσχεση εις χείρας τετάρτου
1. Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου υπ’ αριθ. 233/2018 σχετικά με το πολύπλοκο θέμα της κατάσχεσης εις χείρας τετάρτου είναι επιδοκιμαστέα. Κατ’ αρχάς, όπως έχουμε υποστηρίξει και σε άλλη θέση [1] και είναι ευρύτερα αποδεκτό στη δικονομική θεωρία [2], η κατάσχεση εις χείρας τετάρτου είναι δύο ταυτόχρονες κατασχέσεις εις χείρας τρίτου σ’ ένα ενδεχομένως κατασχετήριο: μία πρώτη πλαγιαστικώς ασκούμενη κατάσχεση εις χείρας τρίτου και, συγχρόνως, μία δεύτερη απλή κατάσχεση εις χείρας τρίτου, υπό την αίρεση ότι υπάρχει η πρώτη. Στην πρώτη κατάσχεση, ο κατασχών, ενεργώντας ως μη δικαιούχος διάδικος [3], ασκεί τα δικαιώματα του οφειλέτη του, δηλαδή «κέκτηται την εξουσίαν» [4] προς διεξαγωγή κατασχέσεως εις χείρας τρίτου. Στη δεύτερη κατάσχεση, που δεν είναι τίποτε περισσότερο από μία κλασική, θα λέγαμε, κατάσχεση εις χείρας τρίτου, ο κατασχών ενεργεί πλέον εξ ιδίου δικαίου [5] για να εξασφαλισθεί έναντι της αφερεγγυότητας του οφειλέτη του και, πιθανώς, έναντι των κακόβουλων ενεργειών του οφειλέτη του, αλλά και του οφειλέτη του οφειλέτη του. Με αυτόν τον τρόπο, με τις δύο δηλαδή ταυτόχρονες κατασχέσεις, η τετραμερής σχέση μετουσιώνεται, σύμφωνα και με την αρχή της οικονομίας της δίκης, σε δύο τριμερείς έννομες σχέσεις. 2. Πιο συγκεκριμένα, το σχήμα της κατάσχεσης εις χείρας τετάρτου είναι το εξής: ο Α διατηρεί αξίωση εξοπλισμένη με νόμιμο τίτλο κατά του Β και έχει συνεπώς το δικαίωμα, πρώτον, να κατασχέσει τα περιουσιακά στοιχεία του Β και, δεύτερον, να ασκήσει πλαγιαστικά τις αξιώσεις του Β κατά των οφειλετών του. Παράλληλα, ο Β διατηρεί δική του αξίωση εξοπλισμένη με νόμιμο τίτλο κατά του Γ, η οποία του δίνει το δικαίωμα να κατασχέσει τα περιουσιακά στοιχεία του Γ. Μεταξύ των περιουσιακών στοιχείων του Γ περιλαμβάνεται και μια άλλη –τρίτη– απαίτηση που διατηρεί ο Γ κατά του Δ. Ερωτάται: μπορεί ο Β, σε εκτέλεση του εκτελεστού τίτλου που έχει κατά του Γ να κατασχέσει την απαίτηση του Γ στα χέρια του Δ; Βεβαίως και μπορεί, βάσει των άρθρων 982επ ΚΠολΔ. Τη δυνατότητα αυτήν όμως του Β μπορεί να την ασκήσει πλαγιαστικά για λογαριασμό του και ο Α ως δανειστής του, δυνάμει του άρθρου 72 ΚΠολΔ και υπό τους όρους του άρθρου αυτού. Ο Α ασκεί έτσι πλαγιαστικά τα δικαιώματα του οφειλέτη του Β και εκτελεί τον τίτλο που ο Β διαθέτει κατά του Γ. Κατάσχει λοιπόν για λογαριασμό του Β στα χέρια του Δ την απαίτηση του Γ έναντι του Δ. Πρόκειται περί της πλαγιαστικά ασκούμενης κατάσχεσης σε χέρια τρίτου, στην οποία αναφερθήκαμε στα ανωτέρω. Η κατάσχεση αυτή είναι κατάσχεση στα χέρια τρίτου και όχι τετάρτου, αφού ο Δ είναι τρίτος και όχι τέταρτος ως προς τον Β, του οποίου τα δικαιώματα κατά του Γ πλαγιαστικά και μόνο ασκεί ο Α. Κατάσχεση, επιπλέον, η οποία διενεργείται στο πλαίσιο της αναγκαστικής εκτέλεσης του τίτλου που έχει επιτύχει ο Β κατά του Γ και όχι ο Α κατά του Β. Όμως, η κατάσχεση αυτή δεν μπορεί να έχει άλλο αποτέλεσμα παρά την περιέλευση της απαίτησης του Γ έναντι του Δ στα χέρια του Β. Τούτο διότι η εκ μέρους του Α πλαγιαστικήάσκηση των δικαιωμάτων του Β γίνεται για λογαριασμό του Β και δεν μπορεί να έχει άλλο αίτημα παρά μόνο την ικανοποίηση του Β. Βάσει λοιπόν της πλαγιαστικά διενεργούμενης κατάσχεσης στα χέρια του Δ, ο Β και όχι ο Α αποκτά απαίτηση κατά του Δ κατά τα άρθρα 988 και 989 ΚΠολΔ. Ωστόσο, η δημιουργούμενη κατ’ αυτόν τον τρόπο απαίτηση του Β κατά του Δ συνιστά πλέον περιουσιακό στοιχείο του Β, το οποίο ο Α μπορεί βεβαίως να κατασχέσει στα χέρια του Δ, σε εκτέλεση του δικού του εκτελεστού τίτλου κατά του Β. Και αυτό πράττει με μια παράλληλη δεύτερη κατάσχεση, την οποία σωρεύει στο ίδιο κατασχετήριο. Εκτυπώσατε ένα αντίτυπο αυτής της ενότητας για προσωπική χρήση. 3. Από τη φύση, συνεπώς, της κατάσχεσης στα χέρια τετάρτου ως δύο παράλληλα ασκουμένων κατασχέσεων καθίσταται σαφής η αναγκαιότητα της ύπαρξης και δύο εκτελεστών τίτλων, αντίθετα απ’ ότι ίσχυε, όπως έκρινε το Πρωτοδικείο Ρόδου με την απόφασή του υπ’ αριθ. 233/2018, στην υπό ανάλυση υπόθεση: από τη μία ενός τίτλου του Β κατά του Γ, ο οποίος δίνει τη δυνατότητα στον Β να κατασχέσει στα χέρια του Δ την απαίτηση του Γ κατά του Δ. Από την άλλη ενός τίτλου του Α κατά του Β, ο οποίος δίνει τη δυνατότητα στον Α να κατασχέσει την απαίτηση του Β στα χέρια του Δ. Έλλειψη οποιουδήποτε από τους δύο αυτούς τίτλους καθιστά το σχήμα αδύνατο. Και αυτό επειδή στερεί την αντίστοιχη κατάσχεση από τον απαραίτητο νόμιμο τίτλο που θα την επέτρεπε. Ακριβώς όπως ορθά εντοπίζει το θέμα και η σχολιαζόμενη απόφαση. Σύμφωνα με την απόφαση του Πρωτοδικείου Ρόδου, ακόμη και αν ήθελε κριθεί εν προκειμένω ότι επρόκειτο για κατάσχεση εις χείρας τετάρτου, τότε θα έπρεπε να υπάρχει και δεύτερος εκτελεστός τίτλος της οφειλέτιδας του κατασχόντος απέναντι στο ανακόπτον ΝΠΔΔ (ΟΤΑ). Τέτοιος εκτελεστός τίτλος δεν υπήρχε. 4. Διαφορετικά θα ήταν βέβαια τα πράγματα στην περίπτωση της συντηρητικής κατάσχεσης, όπου εκεί ο νόμιμος τίτλος δεν είναι απαραίτητος και αρκεί η πιθανολόγηση της απαίτησης και του κινδύνου της. Και σε αυτήν την περίπτωση όμως, το δικαστήριο που εξετάζει την αναγκαιότητα επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης στα χέρια τετάρτου, θα πρέπει να λάβει υπ’ όψιν τον διττό χαρακτήρα της και να εξετάσει κατά πόσο πιθανολογείται, τόσο η ύπαρξη όσο και ο κίνδυνος, όχι απλώς της απαίτησης του Α κατά του Β, για να επανέλθουμε στο παράδειγμά μας, αλλά και αυτής της απαίτησης του Β κατά του Γ. Τούτο διότι, στην ουσία, η σχετική απόφαση θα επιτρέψει τη συντηρητική κατάσχεση τόσο των περιουσιακών στοιχείων του Γ, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η απαίτησή του Γ κατά του Δ, όσο και των περιουσιακών στοιχείων του Β, στα οποία θα συμπεριλαμβάνεται πλέον και η απαίτησή του Β κατά του Δ.

[1] Ι. Δεληκωστόπουλος/Γ. Κοπακάκης, Κατάσχεση εις χείρας τετάρτου, ΧρΙΔ 2017. 248επ, 249.
[2] Βλ. Π. Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως ΙΙβ, Ειδικό μέρος2, 2018, σ. 38.
[3] Ι. Μπρίνιας, Αναγκαστική Εκτέλεσις, Τόμος τρίτος2, Αθήναι 1980, σ. 1253.
[4] Στ. Δεληκωστόπουλος/Λ. Σινανιώτης, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Α΄, 1968, σ. 213.
[5] Μπρίνιας, ό.π., σ. 1255.