Αναλήψεις από κοινό τραπεζικό λογαριασμό

Αναλήψεις από κοινό τραπεζικό λογαριασμό 150 150 Γιώργος Κοπακάκης

Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών

Αριθμός απόφασης: 8541/2018

Χρονικά Ιδιωτικού Δικαίου, Ιούνιος 2019, σελ. 355

Προεδρεύουσα: Β. Κατσά (Πρωτοδίκης )

Δικηγόρος: Γ. Κοπακάκης

Δικηγόρος: Α. Ζερβούδης

Kείμενο απόφασης

[…Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 εδ. α΄ του ν.δ. 17.7/13-8-1923 και 1 παρ. 1 του ν. 5638/1932, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 951/1971, προκύπτει ότι στην περίπτωση της κατάθεσης χρημάτων σε κοινό λογαριασμό η τράπεζα στην οποία έγινε η κατάθεση γίνεται κυρία των χρημάτων τούτων και υποχρεούται να αποδώσει κατά τον χρόνο που συμφωνήθηκε σε κάθε δικαιούχο του κοινού λογαριασμού μέρος ή ολόκληρο το ποσό της καταθέσεως, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, και ότι εκείνος από τους δικαιούχους που απέσυρε τα χρήματα γίνεται κύριος αυτών (βλ. ΣυμβΑΠ 471/1996 ΠοινΧρ ΜΖ, 79). Περαιτέρω από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης στο όνομα του ίδιου του καταθέτη και τρίτου προσώπου, όπως η κατάθεση που αναφέρεται στο άρθρο 1 του ν. 5638/1932, παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της κατάθεσης νομικού προσώπου αφετέρου, ενεργητική σε ολόκληρο ενοχή υπό την έννοια των άρθρων 489 έως 493 ΑΚ. Συνάγεται δε σαφώς από τη διάταξη του άρθρου 493 του ΑΚ, κατά το οποίο, μεταξύ τους οι περισσότεροι δανειστές έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση τους, συνδυαζόμενο με το άρθρο 491 παρ. 1 εδ. α΄ του ίδιου Κώδικα, ότι σε περίπτωση αναλήψεως ολόκληρου του ποσού της χρηματικής καταθέσεως από τον ένα μόνο δικαιούχο, αποσβέννυται μεν έναντι του δέκτη της καταθέσεως η απαίτηση και ως προς τον άλλο, μη αναλαβόντα, δανειστή, αποκτά, όμως ο δανειστής αυτός απαίτηση εκ του νόμου, έναντι του αναλαβόντος για καταβολή σε αυτόν ποσού ίσου προς το μισό του αναληφθέντος ισόποσου της καταθέσεως εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα στο σύνολο του ποσού της καταθέσεως ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής εξαίρεση της οποίας το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως έχει ο διάδικος ο οποίος προβάλλει περιστατικά που θεμελιώνουν το ως άνω εξαιρετικό δικαίωμα (ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 1001/2012, ΑΠ 378/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1462/2006 ΕΕΝ 2008, 117, ΕφΘεσ 76/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ, που θεσπίζει μαχητό τεκμήριο, η ύπαρξη τέτοιας εσωτερικής σχέσης αποτελεί εξαίρεση. Κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ο ενάγων καταθέτης στρεφόμενος αναγωγικά εναντίον του συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού, που ανέλαβε ολόκληρο το χρηματικό ποσό ή μεγαλύτερο από το αναλογούν από αυτόν μερίδιο, απαλλάσσεται από το βάρος της απόδειξης για το μέγεθος της συμμετοχής του, κατά το ποσοστό, που αυτό καλύπτεται από το νόμιμο μαχητό τεκμήριο. Αν, όμως απαιτεί μεγαλύτερο ποσοστό, βαρύνεται να αποδείξει την ύπαρξη και το περιεχόμενο της εσωτερικής σχέσης μεταξύ των συνδικαιούχων, που του παρέχει δικαίωμα επί του μεγαλύτερου ποσοστού. Το δικαστήριο, αν δεν αποδεικνύεται ύπαρξη διαφορετικής συμφωνίας μπορεί να καταδικάσει τον αναλαβόντα συνδικαιούχο στην καταβολή του τεκμαιρόμενου μεριδίου του ενάγοντος (ΕφΛαρ 463/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση αγωγή της η ενάγουσα εκθέτει ότι με τον εναγόμενο είναι εν διαστάσει σύζυγοι, ότι διατηρούσαν, κατά τη διάρκεια του γάμου τους κοινό τραπεζικό λογαριασμό στο υποκατάστημα της τράπεζας […] στην Ελλάδα, ο οποίος τροφοδοτείτο ως επί το πλείστον από την ίδια και κατά κοινή συμφωνία αποτελούσε τις κοινές οικογενειακές αποταμιεύσεις ότι ο κοινός αυτός λογαριασμός στις 8-10-2013 είχε το ποσό των 43.290,96 ευρώ, το οποίο ο εναγόμενος ανέλαβε εξ ολοκλήρου με δύο διαδοχικές αναλήψεις την 8-10-2013 και 9-10-2013, εν αγνοία της ενάγουσας και το τοποθέτησε σε λογαριασμό στο δικό του όνομα, ότι δεν είχε γίνει καμία ιδιαίτερη μεταξύ τους συμφωνία αναφορικά με το ποσοστό συμμετοχής του κάθε συνδικαιούχου στον επίδικο τραπεζικό λογαριασμό, και ότι, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ο εναγόμενος αρνείται να της επιστρέψει το ποσό των 21.645 ευρώ, δηλαδή το ήμισυ του κεφαλαίου των χρημάτων, που ήταν κατατεθειμένα στο λογαριασμό κατά την ημερομηνία κλεισίματός του. Ζητεί δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος με προσωρινά εκτελεστή απόφαση να της καταβάλει το ήμισυ του παραπάνω ποσού, ήτοι 21.645 ευρώ με το νόμιμο τόκο (επιδικίας) από την επίδοση της αγωγής. Η αγωγή αρμοδίως φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρα 14 παρ. 2, 22 ΚΠολΔ) για να εκδικασθεί κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία (άρθρα 209 επ. ΚΠολΔ, ως οι επιμέρους διατάξεις του οικείου δεύτερου βιβλίου του εν λόγω Κώδικα ισχύουν μετά την κατά περίπτωση τροποποίησή τους με το ν. 4335/2015 [ΦΕΚ Α’ 87/23.7.2015], καθώς το προκείμενο εισαγωγικό δικόγραφο έχει κατατεθεί μετά το χρόνο έναρξης εφαρμογής σχετικώς του συγκεκριμένου νόμου, την 1.1.2016, και καταλαμβάνεται από την ισχύ του, σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις των παρ. 1 και 4 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 αυτού) και είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 του ν.δ. 5368/1932, 2 παρ. 1 του ν.δ. 17.7/13.8.1923, 361, 345, 346, 411, 489, 490, 491, 493 ΑΚ, 907, 908, 176 ΚΠολΔ. Επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι καταβλήθηκε το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου, με τις νόμιμες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις […]. Ο εναγόμενος με τις προτάσεις του, που νομίμως και παραδεκτώς κατέθεσε, συνομολογεί την ύπαρξη του επίδικου κοινού τραπεζικού λογαριασμού, με συνδικαιούχους τον ίδιο και την ενάγουσα, καθώς και την ανάληψη του συνόλου των χρημάτων που ήταν κατατεθειμένα σε αυτόν. Κατά τα λοιπά, αρνείται την αγωγή, ισχυριζόμενος ότι το σύνολο των κατατεθειμένων χρημάτων ανήκαν στον ίδιο, διότι προέρχονταν από την προσωπική του εργασία και από το τίμημα της πώλησης ακινήτου του.

Από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε για να χρησιμεύσουν προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη μνεία κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι είναι σύζυγοι και ήδη τελούν σε διάσταση. Κατά τη διάρκεια της συζυγικής συμβίωσης στις 18-8-2010 άνοιξαν κοινό τραπεζικό λογαριασμό σε υποκατάστημα της τράπεζας […] στην Ελλάδα με αριθμό […]. Ο παραπάνω λογαριασμός πιστώθηκε με χρήματα που, κατά κύριο λόγο, μεταφέρθηκαν από δύο προθεσμιακές καταθέσεις στην ίδια τράπεζα, ποσού κεφαλαίου εκάστης 20.163,92 και 18.764,85 ευρώ, αντίστοιχα, των οποίων συνδικαιούχοι ήταν, ομοίως αμφότεροι οι διάδικοι. Ο επίδικος δε υπ’ αριθμ. […] λογαριασμός στις 8-10-2013 παρουσίαζε υπόλοιπο 43.290,96 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, ήδη από τις αρχές του έτους 2011, η σχέση των διαδίκων είχε κλονιστεί, ενώ αυτοί πλέον, τελούν σε διάσταση από τον Δεκέμβριο του έτους 2015 […]. Ακολούθως προέκυψε ότι, μετά από έντονες μεταξύ τους αψιμαχίες ο εναγόμενος προέβη, χωρίς σχετική ενημέρωση της ενάγουσας και χωρίς τη συγκατάθεση της τελευταίας στις ακόλουθες αναλήψεις από τον παραπάνω κοινό λογαριασμό. Στις 8-10-2013 ανέλαβε το ποσό των 10.000 ευρώ και την 9-10-2013 το ποσό των 33.290,96 ευρώ, γεγονός που συνομολογείται και από τον ίδιο, με αποτέλεσμα το εναπομείναν λογιστικό υπόλοιπο του υπ’ αριθμ. […] λογαριασμού να ανέρχεται ήδη -μετά τις αναλήψεις και έως σήμερα- στο ποσό των 0,23 ευρώ. Στο σημείο αυτό ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το σύνολο των καταθέσεων του ως άνω λογαριασμού προέρχονταν από τις δικές του αποταμιεύσεις χωρίς να έχει καταθέσει η ενάγουσα κάποιο ποσό, ο λόγος δε, που την είχε ορίσει συνδικαιούχο αναγόταν στα πλαίσια της αγάπης και εμπιστοσύνης που της είχε ως συζύγου του. Ωστόσο, από το σύνολο των εκκαθαριστικών σημειωμάτων των ετών 2000-2014 προέκυψε ότι η ενάγουσα διέθετε κατά τα έτη 2000-2008 εισοδήματα ικανά να τ η ς αποφέρουν αποταμιεύσεις ιδίως κατά τα έτη 2000-2002, οπότε και τα εισοδήματά της υπερέβαιναν κατά πολύ τα εισοδήματα του εναγομένου. Ειδικότερα, η ενάγουσα αποκόμιζε από τν εργασία της ως ασφαλίστρια, κατά το οικονομικό έτος 2000, το ποσό των 2.209.910 δρχ, έναντι 792.000 δρχ του εναγομένου, για το οικονομικό έτος 2001, το ποσό των 2.298.513 δρχ, έναντι 927.726 δρχ του εναγομένου και τέλος για το οικονομικό έτος 2002, το ποσό των 2.130.412 δρχ, έναντι 1.244.217 δρχ του εναγομένου, ενώ και κατά τα επόμενα έτη, με εξαίρεση τα έτη 2005, 2008 και 2009, τα εισοδήματα των διαδίκων δεν εμφάνιζαν ιδιαίτερες αποκλίσεις Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι ο εναγόμενος απέκτησε επιπλέον το ποσό των 22.656 ευρώ, ως τίμημα από την πώληση ακινήτου του δυνάμει του υπ’ αριθμ. …2009 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Β. […], καθώς δεν συνδέεται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο η κατάθεση του τιμήματος αυτού στον επίδικο λογαριασμό. Άλλωστε, από το σύνολο των στοιχείων που προσκομίστηκαν και από τις ομολογίες των διαδίκων, που υπάρχουν στις προτάσεις τους (261 ΚΠολΔ) συνάγεται ότι τον λογαριασμό αυτό τον άνοιξαν και τον χρησιμοποιούσαν οι διάδικοι, κατά κύριο λόγο, για την κάλυψη των κοινών οικογενειακών τους αναγκών, ενώ στα πλαίσια αυτά τέθηκε, κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων, το όνομα της ενάγουσας ως συνδικαιούχου τόσο στους αρχικούς προθεσμιακούς όσο και στον επίδικο λογαριασμό, στον οποίο και μεταφέρθηκαν τα ποσά αυτών, χωρίς να συμφωνηθεί μεταξύ τους διαφορετική από την εκ του νόμου αναλογία στο σύνολο του ποσού της καταθέσεως ή η αφαίρεση του δικαιώματος αναγωγής. Με βάση τον ως άνω κοινό λογαριασμό ο καθένας από τους συνδικαιούχους δικαιούνταν μόνος του σε ανάληψη ολόκληρου του ποσού της καταθέσεως αλλά ο έτερος συνδικαιούχος είχε απαίτηση εκ του νόμου έναντι του αναλαβόντος για καταβολή σ’ αυτόν ποσού ίσου προς το ήμισυ (1/2) του αναληφθέντος ισόποσου της καταθέσεως. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι η ενάγουσα ουδέποτε συνεισέφερε με τις δυνάμεις της στον κοινό λογαριασμό, αλλά δαπανούσε τα εισοδήματά της για τις ατομικές της ανάγκες και ως εκ τούτου το χρηματικό ποσό που κατατέθηκε στον επίδικο κοινό λογαριασμό προερχόταν αποκλειστικά από δικά του εισοδήματα, και αληθής υποτιθέμενος δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή ως προς την αγωγική αξίωση της ενάγουσας αφού, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, στην περίπτωση περισσοτέρων δικαιούχων χρηματικής καταθέσεως είναι όλοι εκ του νόμου κατ’ ίσα μέρη δικαιούχοι του αντιστοίχου ποσού, χωρίς να χρειάζεται ειδική συμφωνία γι’ αυτό και ανεξάρτητα του εάν τα χρήματα της κατάθεσης ανήκαν σε όλους ή σε μερικούς ή σε έναν απ’ αυτούς. Συνεπώς και αν ακόμη τα χρήματα του ως άνω κοινού λογαριασμού ανήκαν αποκλειστικά στον εναγόμενο, ελλείψει σχετικής συμφωνίας για διαφορετικό επιμερισμό του κατατεθέντος ποσού ή αποκλεισμό του δικαιώματος της ενάγουσας εφόσον αυτά κατατέθηκαν σε κοινό λογαριασμό με συνδικαιούχους αμφότερους τους διαδίκους κάθε ένας από αυτούς δικαιούται το 1/2 του χρηματικού ποσού του λογαριασμού. Με τα παραπάνω νομικά και πραγματικά δεδομένα κάθε ένας από τους διαδίκους ήταν πραγματικός δικαιούχος του ανωτέρω χρηματικού ποσού των 43.290 ευρώ κατά το 1/2, δηλαδή κατά το ποσό των 21.645 ευρώ. Επομένως ο εναγόμενος που προέβη σε ανάληψη ολόκληρου του παραπάνω ποσού των 43.290 ευρώ, οφείλει στ η ν ενάγουσα το ποσό που της ανήκει, δηλαδή 22.500 ευρώ. Συνεπώς η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στν ενάγουσα το ποσό των 21.645 ευρώ, νομιμότοκα από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής. Εξάλλου το δικαστήριο κρίνει, ότι η επιβράδυνση στην εκτέλεση δεν δύναται να προκαλέσει σημαντική ζημία στην τελευταία, καθώς δεν συντρέχουν ειδικοί λόγοι προς τούτο και για το λόγο αυτό το παρεπόμενο αίτημα περί κηρύξεως της παρούσας προσωρινά εκτελεστής θα πρέπει να απορριφθεί ως και ουσιαστικά αβάσιμο. Τέλος πρέπει να συμψηφιστεί εν όλω η δικαστική δαπάνη, μεταξύ των διαδίκων, αφού πρόκειται για διαφορά ανάμεσα σε συζύγους (άρθρο 179 ΚΠολΔ)…]

Σχετικές Διατάξεις

Διατάξεις: άρθρ. 2 § 1 εδ. α΄ ν.δ. 17.7./13.8.1923· άρθρ. 1 § 1 ν. 5638/1932· ΑΚ 411, 489, 490